Η σκληρή αλήθεια για τον Καραγάτση: Μια συναρπαστική, αμφιλεγόμενη ζωή
79m 10s
Ένα αποκαλυπτικό ηχητικό ντοκιμαντέρ του Άρη Δημοκίδη για τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα
Transcription
11014 Words, 67421 Characters
Βρισκόμαστε στην Αθήνα, τον Σεπτεύριο του 1960, το σενγραφέας γράφε με μανία, σαν ασέλει να προλάβει, η Ιγία του είναι σε κρίση μηφάση, νιώστιζει τις πρώτες ενοχλήσεις τα και καρδία. Σνεχίζει να γράφει το νέο του βιβλίω, το δέκα και φτάνει σε μια σκινή όπου ο ίρωας σολειάζει την ανθρώπινηματιοδοξία. Γράφει τη φράση, ας γελάσω και εκεί στα μάτα. Το βιβλίος δεν τελειώνει ποτέ, μερικές ώρες αργότερα φεύγει από τη ζωή. Αυτή είναι η σκληρία λίθια για τον μήκαρα γάτσι το πρώτο από τα δύο επεισόδια, που έχει τίτλο μια συναρπαστική αν φιλεγόμενη ζωή. Είναι τα πότκας της Life. Γεια χάρα, είμαι ο αρις δημοκίδες και σας καλος ορίζω στις κλειρές αλίθιες. Το πότκας της Life, όπου φιλοδόξει κάθε ευδομάδα να έχει κάτι ενδιαφέρον. Αν θέλετε να μας ακούτε ακολουθείς θέμα στο Spotify, τάπλοι, πότκας, στο YouTube ή το site μικροπράγματα Life. Ο δημήτρης οροδόπιλος γενιέται στην Αθήνα το νιούνιου του 1808. Από το εποχές και συγγραφείς του τάσου ψαρά στην έρτ, με την αφηγήση της λίδιας φωτοπούλου. Γενήθηκα στην Αθήνα σένα από τα τέσσερα γωνίακά σπίτια των οδών ακαδημίας και θενιστοκλέος. Δεν σας λέω όμως επιώ και το κάνω επίτηδες αυτό για να μπλέξω άγριας αυτό το αθυναϊκό σταυροδρόμι, τους διάφορους αρμόδιους όταν έρθει ώρα να εντυχησθεί ή αναμνηστική πλάξ. Εγώ βέβαια θα τα έχω την άξη προπολού και θα σπάω και έφυψη λάστον ουρανό με τη μεταθανάτια φάρσα. Ο πατέρας του Γώργης Οροδόπλος κατάγεται από παιδιά πατρινή ξεπεσμένει οικογένεια της Φλικάδου. Ο πατέρας του αρχικά δικηγόρος εκλέγεται βουλευτής στις αρχές του 20Ω μετα παρετήτε γίνεται διευθυντήσει που καταστημάτουν τις εθνικής τράπεζας. Η Ελλάδα του 1110 και του 1120 είναι μια χώρα που βράζει βαλκανική πόλεμη, πρώτος πανγόσμιος, εθνικός δυχασμός, μικρασέτικη καταστροφή και η οικογένεια αροδόπουλου ζήτων δυχασμός το πετσίτης. Η απολλητική συζητχέται στο τραπέζι με ένταση, αλλά τα συνεστήματα είναι απαγορευμένα. Η πιθαρχία σχεδόν στρατιωτική, ο πατέρας είναι μια φυγούρα θεσποτική, απόμακρη, ένας θεός που τη μορή και ορίζει. Ο πατέρας του, νεαρουκαραγάτσε, είναι η εξουσία, ο νόμος, το πρέπει, ο δημήτρης, είναι η αντίδραση. Λότις δουλειάς του πατέρα οικογένεια με τα κοινήτες σιχνά, τα παιδικά χρόνια είναι για μάτα με τα κοινήσης, αυτή η ρότητα και μια μόνη με αίστηση φυγής. Ο μικρός δημήτρης δεν προλαβαίνει να κάνει πολλούς φίλους, είναι το παιδί του διυθυντή της τραπεζας. Πάντα λίγο ξένος, πάντα λίγο διαφορτικός. Στο σχολείο είναι αντίθασος αλλά και απίστευτα εφυγής. Μαθένει γρήγορα βαριέται εύκολα. Ο Γιώργης και η Ανθή απέκτησαν πέντε παιδιά. Τυροδόποι, το νίκο, το δάκη, τη φοφό και τελευταίο το δημήτρη που γεννέεται 13 χρόνια μετά τη φοφό. Επτά χρονόν βρίσκεται στη λάρισα μαθητής δημοτικού, δασκάλα του είναι μία οικοσά χρονικό πέλα. Το δύγημα, η κυρία νίτσα, προτοπαρουσιάζεται στα γράμματα και παίρνει το τρίτο έπενο στο διαγωνισμό της νέας εστίας το 1727. Στη κρυτική επιτροπίση μετύχαν ο κοστής πανλαμάς, ο άλκης θρίλος και ο γρυγόριος ξενόπλος. Το θέμα του διαγήματος αναφέρεται στο νέρωτα ενός μικρού μαθητή για τη δασκάλα του. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο αρσάκι ο της λάρισας, όταν συλλογέμε, πως υπήρει ξακιάρσα κιάδα. Μαράφορα, τη δασκάλα μου, γεγονός που μαρτυράει τη σκοτυνή ερωτική ίδιο συγκρασία μου. Ήδη, ως παιδάκι είχε μάθει να παρατηρει από ανάγκη, λέει στην ελένη καλέσει και το πότηκα αυτή μας, δημόσιο γράφος παιπηραγούς, που έχει μελετήσει τον καραγά της και το έργο του, ενώ ήταν και στην ηφίλη της κορίς του της Μαρυνας καραγά της. Ο καραγά της είχε μια μεγαλέτη ρεδελφοί, ο κοίφανες και ζωτρενής. Τα σπίτη δημούρκουν τα φοβερές κυνές έντασης με την αδελφή του να σπάει πράγματα να κάνει. Ο καραγά της λοιπόν παιδάκι αυτά έχω το χρανό, δεν το άντεχε αυτό, και έδιχε να έξω στους δρόμους. Πεθνούσε πολλές ώρες τους δρόμους για να μην επιστρέψει σπίτη και να μεγαστεί να δει από κοντά την αδελφή του, να κούσε τις κραδιές της και να ζήσει όλα αυτό το πολύ τραθματικό για να περί. Εκεί λοιπόν γυρίζοντας εγκάς εγκάς εγκάς εγκάς τους δρόμους, άρχισε να παρατήρει τους αντρώπους για να περάσει όλα του για να κάνει ένα παιδάκι, πολλές ώρες το δρόμο. Και παρατιώντας τους αντρώπους άρχισε να τους ανακαλείπτει κάπου εκεί άρχισε να φετρώνει ως πόρος τους εγκάφεα. Ενώ τα γυνασία κάτου χρόνια τα περνάει στη Θεσσαλονίκη, οπό τον έστυλο πατέρας του για τη Μωρία λέγεται πιδίχε πλαστογραφίσει την υπογραφή του σε σχόλικο έλεγχου, τα παιδικά καλωκέρια τα περνάει στη Θεσσαλία, στις ραψάνη, εκεί ανακαλείπτη τη μαγία της ανάγνωσης ή σωσκή της γραφής. Για να μπορεί να διαβάσει με την συσυχία του, συχνάκα τα φεύγη στην αβλή της εκκλησίας του Αιθανάση, εκεί. Κάτω από ένα πανίψηλο καραγάτσι, βιθείτε στο διάβασμα. Από αυτό το δέντρο θα δανιστεί ο καραγάτσις του ψευδόνημό του, πρώτα το πτελεά της, από την επιστυμονική ονομασία του δέντρο, πτελεά, και μετά το καραγάτσις. Για την εποχή της εραψάνης έχουμε τη Μερτυρία μιας εραψανιώτησες, μπορώ να πω περισσότερο βρισκόταν κάτω από τον ίσκιο του και λιγότερο στο σπίτι του. Όλυμερα παράξαινος άνθρωπος, καθόταν ξαπλομένος και αγνάντευε με τις ώρες και που έβγαζε να πλοκάκε από την ζέπη του και να μολυβάκε και κάτι σημιώνε. Λιγρια έκανδη λανάφτησα έλεγε ότι τον είχαν μαγεύσει τα στιγχά που ήταν στο κορμό του δέντρο και ότι ζουρλάθηκε, αλλιώς δεν γίνεται να κάθετε εκεί όλυμερα μόνος του παλικάρη πράγμα, πολλά λέγανε στο χωριόγε την αφαιδιά του, αν αυτό που ακούστηκε να λέγεται, η αναλήθεια σίγουρα η γρειά έκανδη λανάφτησα είχε δίκη. Μετά το σχολείο, ο πατέρας του τον στέλνης την γρενόβλη της γαλίας, στην ομική σχολή για να σπουδάσει εμπορικά. Ο γιώργιος οροδόπλος έχει πρόδια γράψει το μέλλον του γιού του, νομική, πολιτική και νομική καταξείωση. Η λογωτεχνία θεωρείτε χώμι γιατε μπέληδες ή αερολογίες. Το να απομακρίνει από την Ελλάδα για να τον σοβαρέψει, όμως ουσιαστικά, στελοντά στον έξω, το να πελευθερώνει. Μμακρυά από το αυστηρό βλέμα της οικογένειας ανακαλύπτη τον έρωτα, την υχτερυνή ζωή και την ευρωπαϊκή λογωτεχνία, εκεί είστη γαλία αρχίζει να διαμορφώνει το στήλτο. Για οικονομικούς λόγους το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα γεμάτος εμπειρίες, ευρωπαϊκοαέρα και μία βαθιά περιφρόνιση και την υποκρισία της Αθυναϊκής αστικής τάξης στην οποία όμως ιρώνικά ανηγική και ο ίδιος. Γράφεται στη νομική σχολή του Πανεπιστήμου Άθημνων από όπου θα αποφητήσει το 1930 στο Πανεπιστήμου έχει συμφητητές και άλλους λογωτεχνες όπως τους οδησεαελίτη αν γελωτεριζάκια για οργιοθωτοκά. Ο Σφητητής γράφει πολλοί και όταν σκέφεται να εκδώσει κάτι μας λέει η πεπηραγούση για δίδρας του Πατέρα του είναι αρνητική. Του ίπου Πατέρας του ότι αυτό θα είναι χάλια, δίχνουμε το και διαβάσει κάνω Πατέρας. Και του είπε, δεν κάνει ζηλή του κογεννιακό μας όνομά, θα βρίσκου σε δόνιμο για να το υπογράψεις, αν αποφασήσουν το κυκροφορίσσες, διότι θένε μία ιδεία, θα γίνουμε η ζηλή. Τότε λοιπόν αποφάσισε να αλλάξω ονομάτου από δημήκλης βοδόκουνος. Έτσι λοιπόν, από το καραγάτσι, το φιτό της Εσσαλίας, πήρε το επόνημό του, όμως τι σημαίνει το μή από το μή καραγάτσις, για δεκαετήες εναγνώστης υπέθεταν διαφορα. Μηχάλεις, μάρκος, μήνεις όπως είσαι στον φόνας αν μικρό, έχει μήνει η έστυση, ως η αλήθεια κρύβεται στην ρωσική λόγω τεχνία που λάτρευε ο εφηβοζρός δόπουλος. Ο συγραφείας και φίλος του Βαγγέλισγούφας, που αργότερα θα δούλευε και μαζί τους την διαφήμιση λέει. Ήταν τότε μία μόδα, ο φίλος ρωσής μας, όχι ο φίλος ο ίδεσμός δεν ήταν καφόλου, φίλος ο ίδεός. Και μεταλάζει εντρονόματά, επιτός και ο καραγάτσις δημήτρις καραγάτσις ονοδόπουλος, ήταν μήτια. Έβαζει, λοιπόν, το μή, μπροστά και τελία, η λίγο και ο μακρία από τον στενρόλο του τεχνικό χώρο, ξανανούν τεμήχάνης και δεν το αρνήθει ποτέ. Δεν είπε, σκορύτερα είμαι μηχάνης με μήτια. Αν μπορούσα να προβλέψει τη σύγχηση που θα προκαλούσει αυτό το μή, στους βιλιοθικονόμους, τους κρυτικούς και τους γραμματολόγους. ίσως να μή προχωρούσεσα αυτή την επιλογή, επειδή πολίένιους εν την ανάγκη να συμπληρώσουν αυτό το αρχικό γράμμα και έτσι τον βάφτησαν μηχάλι και μανόι. Η κόρη του Μαρίνα Καραγάτσις το παρασκίνει ότι σέρτσες κοινωθεσία του ίλια για να κάκι λέει πως. Μετά αργότερα όταν το ρωτούσα και εγώ τι ήταν, τι είναι αυτό το μή, μη ρωτάς μή. Δεν ήθελε, εοίδιος δεν παραδέχεται ότι ήταν το μήτιας, έλεγε μή. Το γεγονός πως ούτε στους δικούς το ανθρώπους δεν επιβεβέονται ότι το δικό του μή ήταν από το μήτιας αφήνει ανοιχτά διάφορα ενδεχόμενα, όπως λέει πε πειράγουση. Τα περισσότερα βιβλία υπάρχει ένας μηχάλις, είναι ο μηχάλις Ιρούσος, είναι ο μήχαλος το κοτσιάβαση του καστρόπιρου, είναι ο μηχάλις καραμάνος που είναι το αλτερέγω του Ιουγερμαν. Είναι ένα όνομα το οποίο άνθυμα με καραλά δεν ήξερε κάνει και η Μαρίνα γιατί είχε τέτοια προσκόληση, μπορεί να τευταρχικό μη που χρησιμοποιήσει και ο ίδιος που ξέρει. Σε κάθε περίπτωση το μή, όταν ξεκινά να γράφει, είναι η πρώτη του μάσκα. Ο μή είναι ο Ιρπαναστάτης ο εστισιακός αυτος που ζηστάκρα. Με το που περνηπτυχείο, αν την ασυνεχίσης που δέσσε ανώτερο πίπεδο ζητά από τον αδερφό του να τον προσλάβει στο ελληνικό παράρτημα της ελβετικής εταιρείας σας φαλειών στο οποίταν διεθυντής στον πηρεά λέει μάρι να καραγάτσει. Θα ενέτε πως αυτή είναι μια συνηδητή επιλογή που έχει άμεση σχέση με την αποφαση του καραγάτση τα φωσιωθεί όχι στην επιστήμη αλλά στην λόγο τεχνία. Έτσι στα εικοστρία του βουτάει στο βιοπορισμό που ενμέρι είναι και ανάγερος αφού η κογένια του δεδρισκεται σε ιδιαίτερα αντιρή κατάσταση από την άλλη όμως αυτός ο εντός της εγωγικών βιοπορισμός αρχίζεται απ' τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Τον στέλνουν σε κάποιο λυμή ελληνικό λιμάνι πάτρα καλαμάτα μητυλήγη θεσαλονίκη βλέπω με εδώ σαφώσω τη μητυλήγη και θεσαλονίκη. Μπένουμε στον Ιουνγερμαν προφανώς και στη σύρωτα γυπάει, όταν γράφει τη χήμερα, για να ελλαίξει και να επιστατήσει στο ζήγημα του Σηταργού που ξεφορθώνει κάποιο καράβη. Στο τρογυρό όμως εργάζονται στον πηρεά σύντομα αρχίζει να έρχεται σε παφήτ με το εικονομικό και μπόρικο κατεστημένο της τράπεζες και τα παρασκυνια κάλη συμβαρίσια τους, την ανανερχόμενη ελληνική βιομηχανία, την εωσίστα την εόπλου διτάξει. Στον ηλεύτερο του χρόνο γράφει ασταμάτητα, ο αφταρχικός πατέρας δημιουργεί στον καραγάτσι μια μόνη μίανάγη να αποδείξει την αξία του, αλλά και μια βαθιά απέκτηα για την εξουσία. Οι ίρωές του είναι συχνά άνδρες συσχυρή, κατά ρεούν, όπως είσως ήθελε, πως είναι ήθελα να δείτε το πατέρα του να πέφτη, από το βάθρωτο ή τυχοδιόκτες που δεν έχουν πατρίδα και οικογένεια. Ήσως η φυγή που ο ίδιος όνοι ρεβόταν. Βρυσκόμαστε στην 1930 η Ελλάδα προσπαθυνασυνέλθει από την μικρασέτικη καταστροφή και στην πνευματική ζωή της χώρας συμβαίνει κάτι μοναδικό, εμφανίζεται η γενιά του 30. Θα σενδιάσει την ελληνικότητα με τις τάσεις της τέχνης στην Ευρώπη. Σεφέρεις, ελύτης, ρίτσος, δεωτοκάς, βεμέζεις, λουδέμεις, γάτσος, ανήκουν στην γενιά του 30 και το 1933 με το πρώτο του βιβλίω των συνταγματάρχη λάπκην ο μήκαραγάτσεις σκάης αμβόμβα. Ο καραγάτσεις δεν γράφει κόμψα, γράφει ορμητικά, περιγράφει τον αντικόλισμο, την παρακμή και τα ένστηκτα με έναν ομόρεα λισμό που σοκάρη. Η συντηριτική κρυτική των κατηγορούνγια ριπάρογραφία, κάποια αναγνωρίζοντα τα λέντω του, αλλά ενωχλούνται από την ατοιμελησιά της γλώσας του. Και όταν γράφει τον Ιούγερμαν, ξεσπάει μεγάλη διαμάχη με την αριστερά, καθώς σύμφωνα με τους αριστερους κρυτικούς, ο καραγάτσεις αγνωεί την πάλι των τάξιων, έχει αντιδραστικές απόψεις για τα πρωτογονανένστηκτα, εστιάζη μονομερός στο άτομο και έχει έλυψη πνευματικότητας που δεν υπηρετεί το κοινωνικό όραμα της τέχνης. για τον καραγάτσι ο άνθρωπος 10 δρίζεται από την κοινωνία τόσο αλλά την βιολογία του, από τις ορομόνες του, από το σεξουαλικό του ένστηκτο από την πίνα του. Ο κύριος καραγάτσι σε πειδήζεται σε μια σεξουαλική δημοσιογραφία, ήρωες του δεν έχουν ιδανικά παραμόνο ορμόνες. Περιγράφοντας γυναίκες να κυρειεύονται από τις οργισμένες ουθήκες τους, έγραφε πράγματα που αργότερα θα θεωρούνταν σεξιστικά αλλά τότε, για το συντηρητικό κοινό ήταν τόρνο γραφεία και για τους αριστερούς αντιδραστικός βιολογισμός. Ο ίδιος σεραδηφωνική συνέντεξη θα έλεγε για τα τόλμηρά βιβλία του. Σας είδο πειώ, πως τα βιβλία μου θεωρούνται ακατάλληλα για τις καθώς πρέπει βιβλιοθήκες και πολύ δικαίως. Γιατί επεινένος αυτά να πριγράφω τη ζωή όπως είναι στην βραγματικότητα και όχι όπως θα ήθελα να είναι η κάτωχη των καθώς πρέπει βιβλιοθικό. Αυτή η επιμονή μου μου στήχησε μεγάλες αντιπάθειες και με δυσφύμισε στο έπακρο στους κύκρους των καθώς πρέπει ανθρώπων. Μιλίσα σήμερα με τον συγγραφέα χρήστο χωμενίδι που μου λέει πως ο καραγάτσις προκάλεσε έστυση στην εποχή του και για άλλους λόγους. Το μεγαλύτερο προς όντου καραγάτσιος γραφέα είναι ότι είναι ένας οξτερκεστατός κοινωνικός παρατερυτής ο οποίος μάλλες τα αυτά τα οποία γράφει αφηγείται και παιγράφει σε πίθυτα χυζής. Ήρως το καραγάτσι δεν είναι σαρκόνους, δεν είναι η λαδη προκάτσι. Δεν είναι ότι ο καραγάτσις είχε στο μυαλό του μία θεωρητική αντίλυψη γιατί θέλω να γράψει και αυτό το έβαζε σε πρόσωπα τα οποία γατασκευάζε. Μια ζωτανέα και νόχα ρακτυστικό με δύο πάρα πολύ σημαντικούς θέτερες έτσι. Δηλαδή με τον φοδορά και το χαριστάκι, έγραφε πάρα πολύ γάνεται, πάρα πολύ γρήγορα το εγγραφεχημαροδός σκεδόν πριμα βίστα. Το ερχότσι να τα πράγματα σαν να έβρεχε πάνω του έμπνευση. Ήταν ο νομμαστός όμως που λούσαν πολύ τα βιβλιά του. Η αλήθεια είναι, πως τα κυκλυφωριακά με γέθει ήταν τότε τελείως διαφορετικά. Σε φέρει που είναι το βλίου που άλαξε την εγκυπίση, τυπώθηκε σε 155 τίπα. Δηλαδή μη φαντάζεσαι ότι άνθρωποι τότε διάβασαν περισσότερο από τώρα σε καμεία περίπτωση. Και τα εμείς ιστορίματα όσο εμπιτοπλίστον δημοσίβωταν σε συνέχεια σε περιοδικά. Δημοσίβωταν σε συνέχεια σε συνέχεια σε τόμο. Ο παπαδοί αμάτις δεν είχε ποτέ έξει ότι είναι να βγάλει βλίου, να δείτε τυπωμένο βλίου δικότο. Όλα όσο έγραφε ήταν σε περιοδικά κυκλυφημερίδες. Συναι πως δεν μπορείς να ξέρεις ακριβώς να πίλεις. Δεν μπορείς να μετρίσεις. Εντομεταξή, το 1535 ο καραγάτσι σε χειγνωρίσει τη ζωγράφωνήκη και όπως αφηγείται η κόρη τους σε εκδίλωση του βιβλιοπολίου Ιανούς. Το σεπτέντρο του 1535 στένει στην αδερφή του φοφο αυτό το λακωνικό σημείο μου, όπου πρώτα τη συλληπήθηκε για το θάνατο της δόλης της Κιλίτσας της και απίτετσαν αγγέριτων τους αραβώνες και λέει αραπιχή φοφο, πρώτον σε συλληπούμε για το θάνατο της προσφυλούς του δόλης και αφαιδίω σου ανάγγέλω που σαραβωνιάστηκα με τη δεσπινίδα νίκη καρισθενάκη, το γεγόνο συνεμιστικών και αμήν το κυνολογής πρώτης δημοσίυσης σε σεφημερίδες. Η ηγονίστης είχαν τις αντιρήσεις τους και το πώς τελικά κάμφθηκαν δείχνει και τις αξίες των εύπορων της εποχής, αφηγείται η κόρη τους σε αφαιρώματα ουδρυματος ουλάντρι. Η ούδας πίσω στο σπίτι, η πισουσβονία σηγώ θέλουν το παντρευτό το βαραδάζει. Ήταν ενδυστακτικεί γιατί κογένει αροδοπουλουμένει ήταν πολύ καλή, γνωστόνο με τις λάρισες, αλλά οικονομικά δεν ήταν πολύ εύρωσης. Και το θέμα της πρήκας δηλαδή υπήρξε κάποιο πρόβλημα, αλλά η μητέρα μου ήταν ανένδοτι και βρήκες είμαχότης, γιαγιά της την όνατης που ήταν αρχόντης ο κοσίπα Μαργοντοπούλα από το πύργο του Μουβελά, που για κύνους το άπατη ήταν η μόρφωση, οι τέχνες, τα γράμματα και όχι τα χρήματα. Την πήρε, γιαγιά της, την όνατης και τα συζητήσανε και όταν βγήκαν από το δομάτιο, είπα ότι δεν υπάρχει περίπτωση, είναι μεγάλη και μη για μας να παντρευτεί η νίκη μας έναν συγγραφέσα τον καραγάτσι. Και έτσι έγινε και ο γάμος. Η γονή στις θέλησαν να την αφωτογραφηθεί ως νίφι από την έλης, ο πατέρας μου δεν αφωτογραφήθηκε. Τώρα τον νίφιλα ήταν τη μυστήριος, πάντως μια φωτογραφία τους έβγους από την έλης, δεν υπάρχει, υπάρχει τις μάνας μου ως νίφι. Ο γάμος τους έγινε βιαστικά λέει η κόρη του στην άντζελα στυφτή και το κανάλι της βουλής. Κοσιάξη ειδεκευρίου του 35 οινογάμος, και πρώτη ονοαρίου κάνουν το μήνα του μέληκος στη βιανή και στη βουδαπέστη. Παραλήλος γράφει το Ιονγερμαν. Στη βουδαπέστη καταπάσα πιθανότητα, η μάνα μου μένει έγιος σε μένα. Εγγημονούν να πια και να παιδάκει και αγγημώνει και ο καραγάτσις και ένα Ιονγερμαν. Ότι στους συμβαίνει στη βιανή και στη βουδαπέστη τα σημιώνει και πένουν εσφήνα στο Ιονγερμαν. Είναι ένα στιό. Υρίζονται πίσω στην Ελλάδα, περιμένουν με λαχτάρα αυτό το παιδάκι που θα γίνει στους οικονοκτόβρει, παραλήνως γράφει το Ιονγερμαν. Όμως όταν εκείνον τον οκτόβριο του 36 γενιέται το κοριτσάκι, γίνεται και κάτι επιπλέον που θα άλλαζε τη ζωή του ζεφαριού και θα σημάδευε αρνητικά τις ζωές τους. Γενιέμαι εγώ τον οκτόβριο του 36 και είναι μια πάνω πολύ κακη γένα. Συμβαίνει ένας φοβερός, πολύ σοβαρός τραφματισμός της μάνας μου και όλα να τρέπονται. Συμφωναμε τον εγγονό του Καραγάτσι, τον γνωστό σκοινωθέτη, δημιτριτάρλου ο γιατρός που ξεγένει σε τηιαγιά μου, τη σύζηγω του Καραγάτσι, τη σεκανε μια ανεπανώρθω τη ζημιά, καταστρέφοντας και την σεξουαλική του ζωή. Τότε αρχίζουν και η φοβερά σε επεινίες του πατέρα μου. Δεν βεπίζουν ενδορόλο ότι χάνει και την αδερφή του, είναι και άρωσης ο πατέρας ο αδικείδιος, είναι αυτή η γένα. Είναι μεταφέρατε στο γιούγεπαν στο θάνατο της Ζουλας, είναι οι ίδιες περιγραφές που εγώ θυμάμαι να μου δηγούνται όταν η μου να πιο μεγάλη ότι ξέρεσε στην ώρα που σε γενούσει η μάνα σου, είναι παντε μια φοβερία, μοραγία και τα έματα. Κιλούσανε κάτω και μπροστάπτ στον πρόθάλα μου, ήταν η γεγιά σου και ο Παμπά σου και ο Παμπά σου, έβαλτο και φάλι κάτω και σαν να κλέει βλέποντας τα έματα να τρέχουν. Τι ρωσπάντων, γρήγορα, γρήγορα με βαφτείζουν και θέβγει πάλι η μάνα μου με τη μάνα της πιά γιατί ο Παμπάς μου πρέπει να μην ημέμε να πούμε με μορουβάκι. Να πάει στη Βιέννη, είναι χειροργηθείο γιατί έχει πάρθει ένα φοβερό τραποματισμό στα γεννητικα όργανα. Υνήκη είναι μόλις 22 ετών και ξανά στη Βιέννη, όχι όμως για ταξίδη του μέλητος αλλά για δύσκολα χειροργία. Τούτε, ο άντρας της γραφικής αυτή την επιστολή. Ήταν ο γιατρός ο συχειάτρος. Φθέσει ήταν ο χωρός των λόγω τεχνών στο ατέλιε από γεφματινός. Πίγαμε το μετσάλι, ήταν όλο το συνάφι, εγώ εφλαίρτερα με τη φιλενάδα σου, δε σπινίδα καλειώ πίνει στο τυριάδου την οποία χώρεψαν δύο φορές φαντά σου. Στην αρχή δεν τη θυμόμενα και μου την υπενθήμησε ο μετσάλις. Κάθησε λίγο στο τραπέζι μας όπου ο Μαραμπού τένα οι οκόλιας ήταν κι αυτός ο Καβανδίας εκεί τη σύπετρία αχρία πίηματά του. Προσπαθεί να τη σώσει κουράγιο, να τη σπίη μια καλή κουβέντα, τις γράφικες πίηματά μανιστε ένα από τα πίηματά τόγω τότε λεύτεο. Έτσι για να καταλάβετε και τα νησίες. Λουσουρουμάκι μου γλυκό και μούκι ρωτωτούλη αυτή είναι μια ιδιόλεκτος, χτες βράδη μόλις έλαβων κύτρηνον γραμματούλη. Και είδα πως καθηγείτε θέλουν να το κρατήσουν και ένα μην ολόκληρο να μου το εγχυρίσουν. Να πίσεις τους καθηγητάς, πως είναι χασά πάντας και από τους πανμπόνιρρος ρομιούς δεν πέρουνται παράδες. Μόνο κύτα κουκούλη ο γλύγορης να γιάνεις και με τα έρτια κατών κύταξε να πεθάνεις. Μην σπωτέ απέθανε από ποπομπιπίκη σε χερετά με ένα νιάρ νιάρ με μένοντολωρήκη, γαγγατούλα τους. Λεμός μου μούσε πέρασε και κνέου επαχύνθη τώρα την τα νέα τα δικά μου και το χαμογελάκι της αλγρίωσε πληθήνθη. Είναι ο βίος διάφτυμ, μάμτ σίσα να νικάκα. Έχεις και χερετήσματα από το θυοτάκα. Η ισχέση του με την νεωγένη την κόρη του θα ήταν περίεργη. Ήταν όσα από γοητέφθηκε και που ήταν κορίτσι σως να ήθελε γιό και ξεκίνησε ακόμα και απ' το όνομα από τις έδωσε. Μαρίνα, ο γιός και γονός του καραγάτσι, ο δημιτριστάρλου, στην εχπομπή καλυμέρα είπαμε τη σέρτ. Η ισχέση της μάνας με το καραγάτσι έχει να κάνει και με την ιστορία της Μαρίνας Μπαρέ. Είναι τελείως παράδοξο του καραγάτσις ονόμασε την μάνα μου με το όνομα της Ιρωίδας. Δεν ξέρω όσο και αμψάξω. Στην φιλογραφία δεν έχω βρει τεριαπερίπτωση. Τα λτεχνεις να ονοματήσει το παιδί του από την Ιρωίδα του ιστορήματος που μόλις έγγραψε. Η χήμερα γράφτηκε το 36, η μάνα μου γενήθηκε το νοκτόβρι του 36. Άρα μόλις η γραφτή, η χήμερα. Και είχε επιτυχία αυτό βίνει. Γιατί δημιουργήσει και τους ανάλογους συνεργούν. Μη πώς κρατησε κακιά στην κόρη του και που εξαιτίας της σε πολλά εις αγωγικά του εξαιτίας της ίσως στο μιαλό του κυρίως, χάλα σε κυριοτική ζωή με τη γυναίκα του. Εγώ δεν είχα καταλάβει τότε πόσο σοβαρό ήταν αυτό μου το δηγότουσαν ότι ήταν μια τραγική στιγμή και νομίζω λάθος τους γιατί θένα παιδάκι δεν πρέπει να λες ότι σιεδόντσαν να μου λέγαν ότι είμαι η πέφτη. Η πέφτη μου για αυτό που σημανει. Εγώ πιστεύω ότι ο καραγάζει ούτως η αλλεός ή τον οχαρακτήρας του. Ο ψυχικός του κόσμος σκοτυνιάζει περετεύο εκείνη την περιοδο. Το 30-7 πεθένει μεγαλύτερη αδερφή του ίροζόπιτζου λιάδου που υπέφερε από ψυχασθένει από την ανοική της υλικία. Και το 30-9 πεθένει ο πατέρας του. Όλα αυτά τον υπηρεάζουν και καθορίζουν τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του. Όπως θα δούμε εργότερα. Προς το παρόν και κάθε παρασκευή ερχόντουσαν όπως θυμάρι να καραγάτσει η τακτική φίλη του στο σπίτι. Πατσιφάς καρίδης, βαινέζης, τερζάκης, κατσιμβαλής, καραντώνης, εγγονόπουλος και μια φορά ο Ελήτης. Και γινόντουσαν τα τρατεζόματα τα γέια όχι τόσο λόγο τεχνικές συζητήσεις. Πολύ ήταν μια παρέα που περνούσε ωραία με γέια, με αστία, με κουτσομποιά, με τέτοια πράγματα. Διέφερε πολύ από τους υπόλοιπους λέει ο κρυτικός κοστάς γεργούς όπουλος την έρθτ τον ίσοντας, πως ήταν πολύ μεγάλος αφηγητής και σε εισαγωγικά παραμιθάς. Γι' ας άνθρωποι με μια άνεση πιούσε με λοδίες, πιούσε μίθους χωρίς κλόγο τεχνισμούς και χωρίς τεχνάσματα, ο φροίδισμός του, ο υπόλοιπολικτισμική του αδελίψη. Κι έντε ταυτοδρόνος όπου καθημερινός προφολικός σχεδόν τρέχων λόγος, η Λαλιάσια φυναιρινότητας και οριθμός του ελληνικής λασφικής οικογένιας μέσα στην προφορικότητά του, ήταν τρία πράγματα που τον εγκαλό μοαλικό κνευαριά, αλλά και τελείο σαν δίθετο, με την άλλη γενικότερη εικόνωση της κονίου του την ίδιέποχη. Η ίδεκα ετήρα του 1440 Μπέννη και μαζί της έρχεται ο Πόλεμος και η Κατοχή. Η Αθήνα Πινάι, η άνθρωποι, πεθένουν στα παιζοδρόμια. Ο Καραγάρτσις δε βγαίνει στο βουνό, δεν γίνεται αντιστασιακός ίρωας, μείνει στην Αθήνα και παρατηρή. Κάποιοι των κατηγορούν για απάθεια. Εκείνος γράφει ασταμάτητα και πενηθεί καθώς χάνει απημένους φίλους. Πένοντας συνέντευξη από τον εγκονό του Καραγάρτσι και μιλόντας για το βιβλίο της μητέρας του, ή η Ιωτασικά λέει στην καθημερινή. Περισότερος ο καριστική για τον αναγνώστη ήταν η δηλία του Καραγάτσι. Άφισε τη συζηγό του μνήκη να βγαίνει προσανάζει τη συτροφήμων σε μια δύσκολη γητονιά στα δεκαιμβριανά, επειδή ένας αστρολόγος τον είχε συμβουλέψει να κλειστήσει στο σπίτι για ένα δίμινο. Και ο Δημήτριστάρλου σχολιάζει. Συνήθος ακούμε για τους ποιητές και τους συγγραφής, πόσο γεννέει είναι πόσο αντιστασιακεί ότι έφαγαν τις φιλιακές με το κουτάλι. Στο μηθυστόρημα της μάνας μου βλέπουμε το αντίθετο. Έναν άνθρωπο που λέει εμένα γενναιότητά μου ήταν η τέχνη μου. Βεβά υπήρξαν και η φορές που υπερασπίστε και τη γυνέκα του εν μέσω κατοχής λέει παιπιραγούς. Υνήκη είχε παραγγύρισε ένα υποδηματοποιό της εποχής μέσα στην κατοχή ένα ζευγάρι παπούτσια. Υνήκη την εμεία πολύ υπή η γυνέκα, πολύ καλή ζωγράφος, βέβαιρε και αυτή η άμετά περνε τα λίγε. Ο υποδομετροποιός την ξηγέλαση της έδωσε παπούτσια σε λάθος νούμερο. Τον πήγε η νήκη να του ζητήσει να τα αλάξει τις υπαυθώσεις όχι δεν τα λάζω. Έτσι είναι φλέω Καραγάτσις, φορά η κατυρούχα που παρέπεμπάνω σε στρατιωτικά μια βερμούδα μέγε στα μοέρα γημαρήνα. Ο οποία το θυμόταν αυτό γιατί το είχε ζήσει πήρε μαζί του Καραγαβαδία, πήγανε στον υποδηματοποιό και ο Καραγάτσις έκανε το γερμανό αξιωματικό και ο Καραγάτσις έκανε το μεταφραστήτου. Καραγάτσι και μετασε πέντε λεπτά, φοβισμένος ο οποίος του σε έδωσε τα σωστά παπούτια. Η κατοχή τελιώνει ο εμφύλος ξεκινά. Το 1446 αναλαμβάνει τη θεατρική στήλη της Ευμήριαδας Βραδινή και γράφει ένα σενάριο για το κοινματογράφο. Η έκπληξη είναι πως το σκοινοθετή ο ίδιος, είναι η δραματική ταινία καταδρομή στο Ιγέον. Απ τις πρώτες ταινίες για την αντίσταση και προταγωνιστούν νεαρός λάμбρος Κουσταντάρας ο μάνος κατράκης η Ελένη Χατζια αργήριο γιορρός φούντας. Η καταδρομή θεωρείται η πρώτη και τελευταία από πειρά του στον κοινματογράφου. Δεν ήταν φτιάρμένος για σενάρια, ούτε για θεατρικά έργα, το βάρ ελδοράζο που ανέβηκε στο θέτρο δεν σημείο σε επιτυχία. Ο ίδιος ίδιος έκπληξη την αυτογραφία, ούτε για θεατρικά έργα, το βάρ ελδοράζο που ανέβηκε στο θέτρο δεν σημείο σε επιτυχία. Αλλά ήταν φτιάρμένος για βιβλία και όσο περισσότερα έγραφε, τόσο μεγάλο νηφήμη του. Βεβέα η κρητική των κατηγορούσαν για πολλά πράγματα κυρίως για προχειρογραφία, τα πείω, κοσάζει εργούς όπουλος την έρθει. Πόφηκε πολύ συχνά ότι ήταν προχειρολόγος ότι έρεφε γρήγορα τη γραφερία στο κόνω ότι η δημοσιορεφή γραφή όμως και ο καραγάτιας και ο γουτυράς ήταν άνθο πλησπιάτιας και είναι η πρώτη συνογωτεχνία μας, το δεν κάνουν λόγο τεχνία καλή έτιας έγραφουν λόγο τεχνικό λόγο χτενισμένο, αλλά έχουν πολύ οξημένο το αυτοί τους, στις να συλαμβάνουν αυτό που ονομάζουμε το ολυθμό της καθημερινότητας, το ολυθμό της καθημερινής Χουβέντες εντομεταξύ, ο καραγάτσις προκαλούσε έστυση με την παρουσία του στην Αθήνα μου λέει ο Χριστός Χωμενίδης Έχω και μία περιγραφία από την εξότρια άμου, την πρώτη τη μάγεια κραητήδη, την εξότρια της θεστίας, που ήταν μία σπουδαία γραντά των ελληνικογραμμάτων υπάρχουν δύο, τρεις, καγνούμους και οδης, υπουργεί πολιτισμού, λέει άνθρωπο η οποία λειτούργησαν ως εμψυχοντές του πολιτισμού στην Ελλάδα η μάγεια κραητήδη, αυτά που σου λέω ότι έλεγε ότι ήταν η ίδι, άνωτο να δομειντεί μάγεια Παιδί έγραφε, πώς πάρκανε ένα δρόμο ο Καραγάτσης, οδηγούσε ένα τζίπ, δηλαδή είχε γοράσει ένα τζίπ από τους τρατώκοι, η κλοφούρους εμέσα στην Αθήνα Πάνωσε ένα αστροντικό τζίπ, και πώς αυτή ήταν επιτυρικά 15 χρονόνας, ίσως και λίγο παραπάνω, και πώς τον είδε να πιδάε το τζίπ, γιατί ανθυμάσε αυτά τα τζίπ, δεν είχαν πορτες Επίδους σκομμάπλος το έδαφος, και μου έλεγε γοητευμένοι ακόμα από την κονατού ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν σαν νέλουρος, ήταν ένα μεγάλο σαν άνθρωπος στον τρόπο με τον οποίον κοινήτο. Το 1446 πεθένει και η μητέρα του, στην οποία αφαιρώνει το μηθυστόριμά του, ο μεγάλος ύπνος. Όμως το βιβλίο που αναψεφωτιές, έρχεται το 1448 μέσα στον εμφύλιο και είναι η βιογραφία του Βασίλη Λάσκου, του τρίλικού κυβαιρνή του του υποβρύχιου Κατσώνης, που σκοτώθηκε η Ιρωίκα. Εδώ κάνει κάτι το αδιανόι του για την εποχή, αν την αγράψει μια αγειογραφία, παρουσιάζει τον ίρω Αλλάσκου ως έναν άνθρωπο με πάθη, που βρίζει, πηγαίνει με γυναίκες, πήνει, καρτοπέζει, κοινείται από αρχή εγώ να ένστηκτα. Το πολεμικό να φτικό και η συντηριτική κύκλη φρύτουν, προσβάλει την νημένος ίρωα, φωνάζονει εφημερίτες της δεξιάς. Ο καραγάτσις όμως σκέφεται πως τον έκανε άνθρωπο, καθώς μόνο οι άνθρωποι γίνονται ίρωες, οι άγιοι είναι βαρετή. Εν μέσω εμφιλίου λοιπόν, ο καραγάτσις στέλνεται από την εφημερίδα βραδινή ως πολεμικός ανταποκριτής στο γράμμο, από εκεί στέλει γράμμα στην γυναίκα του και το διαβάζει οικοωρίτους μάρινα. Για ανένα τριανταιουλίου, καλή μου νίκη, ελπίζω να παρακολουθείς τις περιπέτιαες μου στη βραδινή. Ο πολεμος εδώ πάνω είναι μεγάλος και απεσίος, είναι όμως όμορφο πράμε να τον ζεις. Νιώθεις πως είσαι άνθρας, ο κύνδυνος χαλιυβδώνει την ψυχή, παρικολούθησε την μάχη του κλεύτη, θεάμα μεγαλόπρο και φοβερό και έμα, πολύ έμα. Κυνδύνος πέρασα πολλούς, όχι όμως που δέους, εξόνα από έναν όλμο που έσκασε 10 μέτρα μακριά μου, και εξόνα από τον όνοι ο φόβο της ίπουλης Νάρκης. Με θάβριο θα φύγω για το μέτο από τις κοζάνεις και κατώπιν θέρθος την άνθρωο, ομολογό πως είμαρκετά κουρασμένος, διεταγεί πρισμανιό. Άνιό είναι το χαλιδευτικό το δικό μόνο όνομα, μια ώρα δεν ημέρα πιανό, σας φιλώ απ' αξάπαντες δημείτρες. Δεν χώρτασε καλά λόγια στην εποχή του ο Καραγάτσης, θα λέγαμε πως πολεμήθηκε πολύ, όμως στον οικοστό πρώτεόνα έχει εδρεωθεί, όχι χωρίς αντιδράσεις για τις οποίες θα μιλίσουμε στο δεύτερο και τελευταίο επεισόδιο για αυτόν. Ο σένας από τους μεγαλύτερος Έλληνες συγγραφής, μάλιστα για τον συγγραφή, θανάσει τριαρίδη που εδώ τον ακούμε από εκδήλωση του Ιανού είναι ο μεγαλύτερος. Μια ζηλήγω η ερωσιλή αυτό που θα πω προσμάλει ευθεός αυτών που λίγο υπολή ο κανόνας στην ολληνικής λόγωτεχνίας θεωρία, άγιω των γραμμάτων μας, τον αλέτης άνθρωπο Παδιαμάντη, αγαπάω ότι εγώ πολύ το Παπαδιαμάντη για μέναν ο Καραγάτσης είναι μεγαλύτερος. Δεν θέλει να ασχοληθεί με την γενούργια γραφή που θα άλλης την Ευρώπη της πρώτης δικαίτιας του εόνα, δεν ασχολείται με τον ασχολείται με τον παραβολισμό του Κάφκα. Βέβαια, δεν ασχολείται με τον παραβολισμό του Κάφκα, δεν ασχολείται με τον Παραβολισμό του Κάφκα, δεν ασχολείται με τον Παραβολισμό του Κάφκα. Δεν θέλει να ασχοληθεί με την γενούργια γραφή που θα άλλης την Ευρώπη της πρώτης δικαίτιας του εόνα, δεν ασχολείται με τον ασχολείται με τον ασχολείται με τον παραβολισμό του Κάφκα. Βέβαια, όταν κάποτε για πλάκα περισσότερο, γραφή, ασχολείται με τον ασχολείται με τον ασχολείται με τον Παραβολισμό του Κάφκα. Για να ψωνήσουν πάστες, κανένας και επειδή έχω ένα πτσαλονίτι και εγώ μελετήσει πολύ αναλυτικά της κόλητου σοδερικού μονολόγου, έτσι όπως αυτή εκφράζτηκε στις σαλονίτι, κανένας από τους συγγραφίους σοδερικού μονολόγου, δε βγάνει το χαμενονήσι, δάξε, κανένας. Γιατί αυτούνούει ιστορίες, είναι τόσο σημαντικές για να καταστεί μεγάλος και σημασίπους ο μεγαλύτερος. Αυτούνούει ιστορίες είναι πάρα πολύ σημαντικές γιατί είναι δικές του. Ένα. Γιατί δημιώργησε στα λίγα χρόνια της ζωής του. Επέτει για να δημιουργήσει ένα συμπαγές σύμπαν. Αλληλοδιαπλεκόμενο νομφάλιων λόρον και να μας δώσει έναν κόσμο, με ήρωες, εξοφρενικά οι τευτικούς και εξοφρενικά δεκούσμας. Ο λάπτυν η Μαρίνα, η Ρείζιδες, η Ρείζινα Μητέρα του Λάχιτον XI. Ρείρων, και μπορείτε πέρα ένα πάνθε ονειρόν, το οποίο στην κυριολεξία σε κατακλίζει. Ο οτριαρίδις λέει πως δεν αγαπίθηκε στην εποχή του γιατί έγραφε κόνδρα στη γενιά του 30 κόνδρα στην Ελληνικότητα. Υχε μια καραγατσική κόσμοπολήτικη παγκοσμιότητα που τους τίχησε εν ζωή σε βραβία, χειροκρωτήματα, εκδιαστικές κρυτικές χρήματα. Πίστε βέω ότι δεν έχουν σημασία μόνο ιστορίες και, πως τον ασκευτούμε μια ωραία ιστορία, δεν μπορεί να μας κάνει όλους, τολστοι ή καραγάτσι. Έναν διαφέρον συμβάνω από τη ζωή του από την Πεπιραγούση. Καποίες στιγμή, ένας φίλος του, του είπε βρε καραγάτσι που τα βρίσκει σε αυτά τα ωραία θέματα αυτές τις ωραίες ιστορίες αν μπορούσαμε σκεφτό μια ωραία ιστορία. Παγγινόμενα και όσο γραφέασα για σένα. Άπαν τις ωραγάτσι θα σου κάνω μια ιστορία εδώ. Το σου πω την ιδέα μου είναι μια γυναίκα πάρα πολύ. Όμορφη παντερμένη με έναν παράγοντας την απόλυπουζή, η οποία όμως πλήτης το γάμο της, ερωτέβεται ένα νεαρό που περνάει από την πόλη του να κολλουθεί μετά αυτός την παρατάει αυτή επιστρέφει στον άντρακης, ο άντρακης της δεδιδέχεται και φτοκτονή. Του λέει έλεμο ρέτου βιου άλλους τι είναι αυτό που μου είπε σήγα την ιστορία, ένα με ριλό του κερατάει, τι είναι αυτό. Υπαντάει ο καραγάτσις, μόλις ουδεγήθηκα την άνα καρένεινα γιατί σημασία δεν έχει τη γράφης, αραπώς το γράφης. Η εσύ ζηγός του νίκη καραγάτσι θα είμαι εγνωστίος σημαντικής ογράφος, όμως ο καραγάτσις με τις απόψεις του για τη θέση της γυναίκας, θεωρούσε ότι είναι πνευματικά υποδέστερες, η θέση του συνεστικουζήνα ή να υπηρετούν τον άντρα και τους φίλους του. Τι ξεκούψε από την αρχή των έρα λέει κορτους Μαρίνα. Παρολαφτά, η γυναίκα του, ποτέ δεν έκανε την επαναστασήτης όσως ζούσε εκείνος για τον οποίο είσαι για την εσύ ζηγή του. Παρολαφτά, η γυναίκα του, ποτέ δεν έκανε την επαναστασήτης όσως ζούσε εκείνος για τον οποίο μάλληστα. Δεν τον αφησβήτησε ποτέ σε τίποτα. Το θεωρούσε πολύ μεγαλό συγγραφαία, πολύ ωραίο άντρα, πολύ ερωτεύσιμο, πολύ όλα. Δεν μόνο τα νεύρα του εντάξει έλεγε έχει νεύρα. Τι να κάνουμε. Το δημιτράκι σας έχει νεύρα. Όμως δεν ήταν απλά νεύρα. Του διάστημα 1936-1938 φαίνεται πως παθαίνει μια σοβαρή νευρική κρίση, κάτι που υπηρεάζει και τη γραφή του και τον κάνει να στραφεί ακόμα περισσότερος την ψυχολογία του βάσους. Ο εγγονός του δημήτριστάλλου τα νεύρα του κλονίστηκαν μετά το σαν να το τυσαντρεφήσου της ολοδόπης. Τότε ανέπτυξε τον φόβο για την ψυχασθένεια. Φοβήθηκε μήπως υπάρχει κάτι κληρονομικό. Τα νεύρα του είχαν ήδη πειραχθεί με την τραυματική γέννηση της κορίς του, λόγω ότι σαν επανόρθο τις ζημιάς που έκανε ο γιατρός, την γυναίκα του καταστρέφοντας και της εξολικής του ζούειο, πως είπαμε. Τότε αυτά που βιώνε μπορεί να τα έλεγαν με βρασθένεια. Σήμερα περισσότερο θα έμειας με αγχόδι διαταραχή. Αρχίζει να έχει το φόβο του σαν να του, το φόβο ότι θα πάθει καρδιακή προσβολή, δεν μπορεί να κοιμηθεί. Τότε άρχισαν και οι φοβερές αιπνίες του που τον ταλεπόρισαν όλοι του τη ζωή. Ο καραγάτης γράφιστο μεγάλο ύπνο. Όταν κλησμένος όλοι τη μέρα σε μια κάμαρα με κληστά παραθυρόφυλα, επεζαμόνος μου τάβλοι ακούγοντας ραδιώφων. Επειδή τίποτα άλλο δεν μπορούσα να κάνω, ούτε να διαβάσω, ούτε να μιλήσω, ούτε να συλλογιστώ. Και περίμεναν έρθει νύχτα, μήπως τηχόν και κοιμηθό. Αυτή τη νύχτα. Μήπως τηχόν. Στο νύρο του Ιούγερμα μηχάλ καραμάνου, τον άιπνο, φασανισμένο συγραφέα, εύκολα να γνωρίζει κανείς τον νεονείος άιπνο καραγάτη. Από μια συνεδευξητής γινέκα στου νίκης καραγάτης την οποία έδωσε δύο χρόνια μετά το σαν να τώτου διαβάζει η κόρη του Μαρίνα. Ήχε δύσκολο ήπνο, η θόρηδη των ενοχλούσαν φοβερά, έβαζει ότι ο ασπίδος το βράδι για να κοιμηθεί. Κάθε δύο χρόνια αλλάζαμε σπίτι, πάντοτε στο τελευθείο όροφο, για να μην έχουν άλλους όπου πάνω και κάνουν θόριβο. Θυμάμαι στη βλατία κυριακού, τώρα πλατία βικτωρίας, μια παλιά μονοκατοικία. Τα σανίδια έτρηζαν, είχαμε μάθει όλοι στο σπίτι πιο σανίδι τρίζει και πιο όχι, αλλά δεν τα καταφέρναμε πάντοτε καλά. Έτσι, οι καβγάδες δεν έλεπαν, οι φωνές του ακούγοντας το δρόμο γιατί δεν έκανε καμιά προσπάθει να τις κρύψει. Όταν χάσω τον ύπνο μου την άλλη μέρα είμαι ένας άχρις το σανθρωπός έλεγε. Το νημπόδιζη και το φως, σκούρας κουρτήνες κρεμούσες το παράθυρο και τις δαμόπορτες, δύσκολο σανθρωπός, εκκρικτικός, υπερεβέστητος, πολλές φορές εγωιστής. Ήταν τρομακτικός μέσα στο σπίτι και όλη των φοβόντουσαν, σε αντίθεση με το τι συνέβαινε με την κοινωνική του παρουσία. Στην δουλιά και έξω, τον βιονανός έρανε βγαίνει και ευχάρις το άνθρωπο. Η κόρη και γυναίκα του δεν το όλμούσαν να του αντιμιλήσουν για πολλά πολλά χρόνια λέει η κόρη του. Όταν ήμουν να μικρό παιδάκι, δεν είχε την προστασία της μάνας μου. Μάνα μου φοβόταν και ευτοί τόσο πολύ και υπηλέτρια, δηλαδή όλοι παγόνενε, οπότε έτρεπε να τον αντιμετωπίσω μόνο μου. Έστω και πέντε έξι χρονό παιδί, μόνοι μου να τα βγαλω πέρα, δεν τα βγαζε βέβαια. Απλώς διαλειόμουν, αλλά δεν είχα κάποια να με προστατεύσει. Μεγαλόνοντας προσπάθησε να ενωθεί με τη μητέρα της, ώστε να αντιμετωπίσω μαζί όσο γίνεται τον αυστηρό χειριστικό άνθρωπο. Όταν έβτασα 16-14-15, αποφάσισε να κονίσω με τη μάνα μου, δεν δικάναμε κάπος το κόμα των καταπίες μένας. Όταν έβαιζε μεγάλης φωνές, η αντίδραση ήταν να κάνουμε τάχω ότι δεν τρέχει τίποτα. Και να χαμογελάμε λιγά κυρονικά, πράγμα που τον εξαγριώνει και γίνονταν αυθυρίω. Γιατί γελάτε βρεσίσαι μένα μου σίκαρια μου; Υπίες εναντάνι, μπαμ, μπαμ, θα το δείτε μια ώρα, θα πέσω κάτω ξερός. Και τότε δεν το απαντώσαμε για να μποράσουμε και εμείς να υπάρξουμε. Η κόρη του δεν μπορέσε ποτέ να εξηγήσει την άλλο πρόσσαλη συμπεριφορά του και την συνεχή επιθετικότητά του που άγγηζε τον σανδισμό και με τα χρόνια θα έδινε διάφορες πιθανές ερμηνίες. Η ότι η κογένια του δημιουργούσε μια ένα άγχος, δεν άντειχε το θεσμό της η κογένια. Ή ότι ήθελε να μας τρομοκρατήσει νέχεια για να έχει τον έλεγχο, φοβόταν μήπως χάσει τον έλεγχο. Και δεν πρέπει να ένας οφόβος και ο τρόμος για να τον φοβόμαστε. Ή ότι η ερωτικά στις ιστορίας εκτός πιτχού, μπορεί πολλές φαρές να μην πηγαίναν καλά ένα, είχε τα νέβρα του πειδή πίξε η δίξε δεν ξέρω τον είχε να οχνείς και έρχονταν και ξεσπούσε σε μας. Δεν μπορεί να καταλάβω γιατί πήγανε φυρή φυρή. Αυτό που λένε είχε λημένο το ζουνάρι του για καβγά. Βάχνει και κάποια ψήγματα σαν δυσμού μες την μέση. Δεν έκανε ένα άγρυο παιχνίδι, συνεχε. Και εντοκύμαζε τους ανθρώπους. Σκεφτόμαστε πως είναι ήταν δεσποτικός αλλά ήταν και η υποχή τέτια που όλοι άνδρες ήταν δεσποτική στην πατριαρχική κοινωνία των μέσων του 20Ω. Όμως αυτός ήταν μια κατηγορία από μόνος του, λέει η κόρη του, απαντώντας σε σχόλιο της άνζελας τυφτής στο κανάλι της βούλής. Δεσποτικός λοιπόν ο καραγάτσις, από όλοι το δίγμα τριανιάς του. Τι ένιταν όλοι έτσι, ήταν και νύχι τερίπτωση. Κακάτα ψέματα, γνώρισα και το δενέζει και το δεζάκι δενέτσι. Με το, αν ήταν μισογήνη σιβόχη θα ασχολησούμε στο δεύτερο μέρος, πάντος είναι γεγονός ότι ο καραγάτσις λάτρυβε τις γινέκες με έναν τρόπο παλαιομοδίτικο κτυτικο, φαλοκρατικο. Η γινέκες ήταν για αυτόν κάτι δευτερεύον και την νίκη της συζηγότου, την αγαπούσε με τον τρόπο του, αλλά την τα λεπόρησε πολύ με τις απιστίες του. Δεν προσπαθούσε η ιδιατεραν της κρύψη θεωρώντας ίσως ότι ήταν και δικαίωμα της καλύτεχνικής ή της ανδρικής του φύσης, ο Βαγγέλις Goufas για την εξωτρική του Ενφάνηση. Με τις γινέκκους καρακρισμούς της εποχής μας ήταν ο Ρέρος Αντρος, πολύ ακόλος γοητευτικός και δεν ήταν και λίγο μιλίτως, προσφαράονταν έτσι, σε διαρεύνηση που κι έβιζε τον άλλο είναι πλήθο ρικός και ερωτικά του ρικός. Οι μητέρα μου κυρίως το βράδι δεν αργούσε να επιστρέψει, τη θυμάμαι έτσι να πηγαίνει στο κρεβάτι της αξαπλώνει και να μην κοιμάται και να κοιτάζει έτσι, να περιμένει κάπως με λαγχολικά. Το δομάτιό του και το δομάτιό μου ήταν κολλητά. Το δομάτιό μου ήταν την άλλη μερία του σπίτιού, τα είχε μια σχέση και βεβένσα, ακούγε και τα τηλεφωνήματα του και ακούγε τα τερότηκά, τα νύμια την σχόνεις και ποτέ θεδοστούμε και δεν ξέρω ότι και με τα μάρες, με νοχλούς. Φυσικό ήταν, με νοχλί. Και φοβόμουν και η μηναθήμομενη δύο κακά. Όταν η μη κρήμόνω φοβόμουν με τα θήμματα και από πάνω. Είναι πολύ ενδιαφέρον και φάλω από την ζωή του Καραγάτσι είναι η σχέση του με άλλους λογοτέχνες. Ας πούμε η φιλία του με τον νικοκαβαδία είναι μια από τις βαθύτερες φιλίες που αναπτύχθηκαν με ταξιλογωτεχνών της γενιάς του 30. Ο Καραγάτσις κλίνει ένα από τα γραμματά του προς τον Καβαδία γράφοντας. Σε πεθήμισα δεν έχω άλλον άνθρωπος τη γης από σένα που να μεγαπάει και να με καταλαβαίνει. Σένα μήνα το πολύ θα πάρεις από λειτύριο και σε περιμένω για χαρά μήκαρα γάτσις. Η μεταξύ του σαληλογραφία που τη κλουφορία από τις εκδοσίς άγρα με η σαγουγή επιμέλια και σχόλια της μέρης μικές. Είναι γεμάτι με αθυρωστομία μίχιες κέψεις φόβους για τα αφροδίσιανος σήματα, αγωνία για την πατρίδα, ιδονί από εξαγόρασμένη σάρκα. Σε ένα γράμμα του ο Καραγάτσις Γράφι, αδελφέ που ίσουν, που ταξιδεβε στο σαχρόνια σε ποιες θάλασες επλεγές, ποιος ουρανούς αντικριζές. Τι σε δίδαξαν τα προφυρά κύματα, τα ματομένα σύνεφα, βρικές τον κόσμο που ονοιρευώσουν, κατάφερες να λισμονήσεις τον γαμημένο κόσμο που παράτησες και που εμείς οι άλλοι τον αγαπούμε ακριβώς επειδή είναι ξεκολιάρις και έκληνε την επιστολή. Μέτρισε τις δρίζες της ψυχής σου να δεις πόσο μακριά πηγαίνουν. Ο αδερφός σου δημήτρις. Ο καβδίας του έχει αφηρώσει ένα πίμα, το Black & White, ράφη στον μίκα ραγάτσι, τελώνει οσεξής. Αναψε στη γέφηρα το φως, μέσα μου μιλή ένας παπαγάλος, γέρος, τραβομήτης και μεγάλος, μαγεωμάτος πήρα και σωφός. Μέσα μου βαθές αναπνοές, του κολόμβου ξύπνισαν οινάφτες, όλες τις δρουκέτες τώρα κάφτες και μαρκώνει, στήλε το SOS. Με άλλους όμως του χώρου των δραμάτων ο καραγάτσις είχε μεγάλες κόντρες. Όταν ο ρένος αποστολίδης βγάζει σε συνεργασία με τον πατέρα του το περιοδικό, τα νέα ελληνικά και ασκύέντον οι κρύτικοί στην γενιά του 30, μινείται από τον καραγάτσι για λόγος πνευματικών δικομάτων. Δεν μπορούσε μάλλον να τον μινήσει για αυτά που έγραφε οπότε το έκανε επειδή είχε δημοσύ εύση. Από σπάσμα, από έργο του χωρίς να τον ρωτήσει. Από επειστολί του ρένου αποστολίδη όταν έκλησαν τα νέα ελληνικά. Έκλησαν γράφη γιατί στον τόπο αυτόν δεν υπάρχει το μήνι μου μελευθερίας που απετούσε το ανένδο το πνεύμα τους. Και αν ο καραγάτσις επιμήνει να εκδικάσει τη δεύτερη μήνηση του για την ανσολόγηση, πάλι δεν θα τημήσουμε τα ελληνικά δικαστήρια με την παρουσία μας. Το γραφόμενον ής βραδινές, αθυναϊκές, έθνοι και λυπά, ότι δίσαι να παιδέχτημε την ανάκληση της μήνησης του καραγάτσι είναι ψέμα. Αδιαφορούμε διάτην μήνησην, όσο κέδιαν την ανάκληση της μήνησης του κυρίου καραγάτσι. Η ισκληρότερη κόντρα του καραγάτσι όμως θα ήταν με τον σημαντικό πήτη να πολέωντα λαπαθιώτη. Την είχε καταγράψει ο 2040 στο εξαιρετικό блόκτου η λέξη σε έχουν τη δική τους ιστορία. Και στα χειολόγω. 1939 δημοσίέβεται ένα δίγημα του καραγάτσι λίγο αργότερα ο λόγιος, φριλήγος, επισημένη ευγενικά μια ανακρύβεια στο δίγημα, ο καραγάτσις όπως συνήθυζε απαντάει μάλλον αγενός, οπότε ακολουθείαν τα πάντηση του φριλήγου και στον καβγά παρεμβαίνει υπέρ του φριλήγου και ο να πολέων λαπαθιώτης. Έτσι ξεκίνησαν τα πράγματα. Τε σαραχρονιά μετά την άνοιξη του 1443 ο καραγάτσις είναι 35 τον και ίδι έχει αρχίσει να κάθε ηερόνεται στο φιλουργικό στερόμα και ο λαπαθιώτης είναι 20 χρόνια μεγαλύτερος, 55 κατεστραμένος από την Ιρωήνη και την ανέχεια και μόλις έχει μ'ατεώσει την έκδουση μιας δεύτερης εκλογίστων πημάτων του σε κάποιο τέφχος της νεασεστίας, ο δυφинτίστης πέτρος χάρις γράφη για τα λόγο τεχνικά ψευδόνημα και αν και δικαιολουγεί τον σίψωμο που έγινε πορφύρας, από ρίπος ο εύχος οροδόπουλος προτοίμησε να γίνει καραγάτσις. Σε επόμενο τέφχος ο καραγάτσις πολύ πρόθυμα να λαμβάνει να εξηγήσει, πως και γιατί πήρε το ψευδόνημο και ταυτόχρονα εξαπολή εντελώς ανέτια και περίτα μια φαρμακαιρή επίθεση στον να πολέονταλαπαθιώτη, καθώς όλοι οι αναγνώστες κατάλαβαν με το πρώτο ποιος ήταν ο ερετικός γιός του Παφσανία, ο καραγάτσις γράφει εκτός των άλλων για τον πατέρα του. Έτυχο μακαρίτης νέχει φίλο γαρδιακό έναν συνομίλικό του στρατηωτικό που γιός του καλός πιορθόδοξος πητής, ακολούσθησε κάποιον ερετικό σε άλλες βιοκίνονικές του εξηλώσεις δρόμο, ο λαπαθιώτης ήταν ομοφιλοφιλος. Και γενήθηκε στη φαντασία του πατέρα μου η πλάνη, πως ο κάθε νεοέλνας λόγο τέχνης, πρέπει να έχει όλα τα γνωρίσματα που ξεχόριζαν το γιό του γεροφίλου του από τους άλλους ανθρώπους. Το όνομα που σου έδωσα είναι ακιλίδιτο και σου απαγορεύω να το κιλειδώσεις. Δεν θα έχουμε στην οικογένεια μας τα ρεζίλια του Παφσανία, έσκυψα το κεφάλι με τον προεποίμενο ηικός σεβασμό. Να μήνετε ήσυχος, θα πάρω ψευδόνιμο και έτσι απόροδόπουλος γενικά καραγάτσις. Ας όψετε ο γιός του Παφσανία. Στην απίθαν η περίπτωση που υπήρχε κάποιος αναγνώστης που διατηρούσε αμφιβολίες για το πιο σύταν ο γιός του Παφσανία, ο λαπαθιότης έσπευσε να τις διαλήσει με μια επιστολή που κατά τη γνώμη μου γράφει ο Νικός Αρατάκος στο блόκτου, συνδιάζει την σπαρακτική αξιοπρέπεια με την περίτη χνηδραφή. Με πεχνιόδι τρόπο λέει, πως ξέρει τον ενλόγο γιό του Παφσανία, χωρίς να λέει ευθεός ότι είναι ο ίδιος. Δεν ξέρω τι νοσίδους αντιπάθει αίχιο πατέρας του μήκα αραγάτσι για το στραβό δρόμο που είχε πάρει ο γιός του καλού του φίλου, αλλά καθώς θυμάμαι δεν του την έκανε ποτέγνωστεί σε ιδιαίτερες τους συζητήσεις και δεν μπορώ να λισμονήσω το θερμό και πατρικό του φέρσιμο προς το γιόναυτόν των παραστρατημένων και ακόμα. Τερό έρχε τα καλά, πως ο ίδιος ο στρατηγός ολαιονίδας, αυτή ήταν το πραγματικό όνομα του πατέρα του λαπαθιότη και όχι το Παφσανίας. Υχε γράψει ο καραγάτσις, ήταν ως το τέλος της ζωής του και κοινός και γυναίκα του ήταν άνθρωποι μορφομένοι και πολιτισμένοι υπερύφανος για το δρόμο που πήρε το παιδί τους. Μάλιστα κάπως υπερβολικά, τόσοι βλέπεις ήταν η πνευματική διαφορά των δύο εκείνων φίλων πατέραδων, είστε ενώ ένας είχε την αφαίλια να παγορεύσει στο παιδί του να γίνει λογογράφος για να μηνιάσει με το γιό του φίλου του, ο άλλος είχε την αντίθετη να φαίλια όταν ο γιός του ήταν 12 χρονών να του τυπώσει σε βιβλιαράκι από δική του εντελώς προτοβουλία, ένα παιδικό του δραματάκι, έμετρο και ο μεκατάληκτο και να το μειράζει στους γνωστούς του. Φίλος καραγάτσις βρήκε τον τρόπο για άλλη μια φορά να έκανω πίσει αξιόλογα του, ας το πόχαρη το μένο, βίτσιο του, τις φιλάρες εις περιαυτολογίας, θυσιάζοντας αυτό, δίχω σύχνος τύψηος και το γιό του φίλου του πατέρα του. Αλλά και ακόμα και τον ίδιο του πατέρα του, που μας τον παρασθένει, αφελέστατο και με προτώγονη σχεδόν απλοϊκότητα, ενώ τον ξέραμε ως τώρα σοβαρά και πολιτισμένα μορφομένου. Χαλάλη του. Συμεράλος τέτοιο είναι και της εποχής των δόγμα, ως κοπός να γιάζει τα μέσα. Μόνο ακόμα που θα παρατηρίσω, πως, αν ο γιός του φίλου του πατέρα του είναι ο ανήθηκος υπεύθυνος για το πάρσιμο αυτού του ψευδονήμου του, δεν είναι ομός και καθόλου υποθέτο για τη φρικόδη ακαλεστησία της ευρέςος αυτού του ψευδονήμου. Γι' αυτό είναι υπεύθυνος ο ίδιος, ο ίδιος που το βρήκε και που το έχει. Με συγχωρίς νέα μου εστία που τόσο σαπασχόλησα με μιανη πόθεση πολύ προσωπική, αλλά πρώτος ο φίλος καραγάτσις άνοιξε και του τομπελά, όπως κάνει καταρχήν σε αυτές τις περιστάσεις. Εγώ δεν κάνω παρά να τον κλείσω. Εκτός αν είχε ωραίξη και γι' άλλα. Εγώ δεν έχω, αλλά την ακάνω γιατί να του χαλάσω την καρδιά. Φίλος σου πάντα να πολέων λαπαθιώτες. Βράγματι συνεχίζει ο 2040 το 2001, ο Λαπαθιώτης πριν κλείσει τα 13 χρόνια είχε συγγράψει το έμετρο δράμα νέρονο τύρανος και ο πατέρας του, όντως έσπευσε να το τυπώσει, αφού πρώτα διόρθος σε έναν αναχρονισμό και να το μειράσει στους οικογενεκούς φίλους. Πάντως όταν στις 8 αριο του 144, ο Λαπαθιώτης Αυτοκτονή και γίνεται έρανος μεταξητών λογοτεχνών για την κυδία του. Μια από τις μεγαλύτερησης φορές, 155.000 πληθοριστικές δραχμές ήταν το καραγάτσι, να αναγνώρισε τάχα ότι κάτι χρωστούσε ο πως γράφει ο Λαπαθιώτης την επιστωλή του σε μελοντικούς λογαριασμούς μας αντιχώνει πάρξουν ποτέ τέτοι. Παντός αντιδρούσε ο καραγάτσις για το πως ήταν ο πατέρας του όταν αυτός ήταν μικρός μεγαλόνοντας άρχησε να του μνιάζει κόβοντας τα φτερά της κόρης του Μαρίνας όπως σακριβώς του τα είχε κόψει και τα δικά του φτερά ο δικός του πατέρας. Η Μαρίνα η οποία αφήγεται στο παρασκύνιο πως ξεκίνησε να γράφει και ως μεγάλη θα έγραφε εξαιρετικά μεταξητών βιβλίων της και το ευπόλειτο το ευχαριστημένο η ιδική μου άνθρωποι λέει. Μην το πατέρας με ήταν πάρα πολύ με απογοίται, βεπάντα και σχεδόλ μου λέει γιατί δεν αξίζει το κόπο αλλά μάχνας τα είμαι να γίνει έκανα ήταν και αυτό το πρόβλημα. Την εγκατέλειψα την ιδεία διότι ό,τι έλεγε πατέρας με ήταν για μέχρι να θέσφατο. Δεν υπήρχε περίπτωση να το αμφυσβητήσω και να πω για κάτσι γιατί μου το λέει. Αφού το απομβάζουμε και να το καραγάτσες και μου πω ότι δεν αξίζω. Τι ποτέ δεν αξίζω. Μετά διμάμαι και στα δεκαεύτα, έλεο ασκάνω αυτού που κάνει μάμου, ας αρχίζω να σωγραφίζω, αφού δεν μπορώ να γράφω, ας ώσα να σωγραφίζω λίγο. Έκανα διετρίες οι βλακίες και τις κράμμασστά στο σπίτι μου στο ντομάτι όμο θέλω να πω. Μπαμπάζουν μια μερύ μου λέει τι είναι αυτά, αλλά όταν σωγραφησα εγώ και τι βλακίες είναι αυτές. Και δεν τρέπεσε να τα κραμμάσα αυτά που κάτω όλα. Σε μια πολίτημη και σπάνει αιχογράφηση στο σπίτι τους από μια επίσκυψη του σπουδαίου ψχαναλυτή και λόγο τέχνη ανδρέα μπειρήκου, ακούγεται ο καραγάτσις απορυπτικός δίνοντας όμως ορές συμβουλές της τυγμή που ο μπειρήκος ως εξωτερικός παρατηρητής δηλώνει εντυπωσιασμένος με τις ικανότητες της μάρυνας. Δορφίτσια, το ρίδι, τίτσια, ρίδι, τίτσια, ρίδι, τότσια, ρίδι, τότσια, ρίδι, τότσια, ρίδι, τότσια, ρίδι, τότσια, ρίδι, τίτσια, ρίδι, τότσια, ρίδι, τότσια, ρίδι, τότσια, ρίδι, τότσια, ρίδι. Όχι, πεντράζει, πεντράζει, πεντράζει, πεντράζει, πεντράζει, πεντράζ Νομίζω, τι έτσι γίνονται. Εσύ, πιστεύεις ότι θα γίνεις ο ερήκος λίμμαν. Κανε κάτι άλλο βρε παιδί μου. Να, έχω μια τεράστε βιβλειοθήκη. Αν κάθε μέρα διαβάζεις ένα βιβλίο, θα γίνεις ο φίλ. Τι αναγγέχησε, συναπάστε στα πανεπιστείμε. Είναι μάτια, δεν το καταλαβαίνεις. Έχει, λοιπόν, είπε και η μαμά μου. Άς την εδρεπεθάκι μου, να πάει και μέρκο πανεπιστείμε. Τι τι συνέχεια να μην πάει, να μην πάει, να μην κάνει. Άς, την εσύχή έτσι. Ακόλα λέει. Κι αν θέλει να πάει ας πάει. Κι έτσι τέλος πάνω. Κουτσάς τραβά. Πήγα να γίνω ερήκος λίμμαν. Η μαρινά πέχτηση της Φαλπαν. Θέλει να γίνει ας η ολόγος. Θέλει να μάτει, θα αρμάσει ευκόρους κλασικούς. Θέλει να πέξει, πως δεν τη γραμμανγεί με τοροντή. Ήναι μέρος στην ουγραφικής λέσχηση. Λέχι, τέλος, τέλος, τέλος, κάνει και ζωγραφική. Έχει τάλευτα. Έχει να τα πεις. Βράβο, βράβο, βράβο, βράβο. Και τεσέβαια του μαντέρες. Εδώ σέβαια, έντε το σαβαια. Όταν του λέει η Γιώτασικά της καθημερινής, ότι ο Καραγάτσις προκαλούσε τρόμος του εικογενεκό του Περιβάλλον, σκληρός, αυταρχικός, τυρανικός, νευρικός, ο εγγονός του Καραγάτσι, δημήτρη στάλλου, λέει. Για λογαριασμό των ανθρώπων που έχουμε λίγο τα ραγμένα νεύρα θα υπέρασπιστό των Καραγάτσι, ήταν όλα αυτά που λέτε, αλλά ταυτόχρονα τελεπορούνταν και ο ίδιος από μια πολύ εβέστητη ψυχοσύνθες. Ταλεπορούσε τους άλλους βασανιζόμενους, ενώ περιέγραφε τόσο ωραία τα εσθήματα των ίρώντου είχε μια αναπηρία με την έκφραση του εσθήματος. Καταπίεσε τόσο πολιτιμιτέρα σας, όσο περιγραφηίδια στο ευχαριστημένο, ρωτάτε, την κατέστρεψε, της εικόψε χρόνια δημιουργικής εργασίας, λόγο του φόβου που ανέπτυξε η μάνα μου, ότι οι γυναίκες δεν αξίζουν. Την απέκοψε από την επιθυμία να κάνει κάτι καλύτεχνικό νορίτερα όσο εκείνο σητανέν ζωή. Δεν υπήρχε διάλογος, υπήρχε μόνο ολόγος, εκεί ήταν μια χαρά. Αν είχε να σου δηγεί τη ιστορίες, αλλά να διαλέγεται. Όσο προσθέστε στήματα του προσεμένα, εκεί έναν τελεγακιά να βδει ότι δεν μπορείς επότε αυτά που έγραφε, δεν μπορείς επότε να μου τα δίξει. Εκείνο το παραπωνό μου, ότι μου γράφει πράγματα που δεν μπορείς επότε να δευτερά όλεπτο να τα δίξει στη ζωή. Είταν ένα πίρος, ήταν έναν άνθρωπος άρωστος, τώρα είσαι ένα παιδάκι και να μην μπορείς να το δίξεις τίποτα, δεν νομίζω ότι επότε έχει το κουράγιο να ξανιχτει λίγο περισσότερο με το παιδί του. Μπένουμε τώρα στην τελευταία δεκααιτία της ζωής του καραγάτση, την δεκααιτία του 50, η ανάγκη για βιοπορισμό τον οδηγή στη διαφήμιση. Εργάζεται στην αδέλ, είναι εξαιρετικός στον βρίσκη ιδέες και ατάκης, ο ίδιος θα πει. Στην Ελλάδα, η λόγωτηχνία δεν εξαιγήθηκε ακόμα σε επάνγελμα. Δεν είναι δύο λόγω τέχνης που επιθυμή να ζήσει για την καθαρά λόγωτηχνική του αργασία, δεν θα βρεθεί ποτέ στην ευχάριστη ή δυσάρε στη θέση από πια σκοπιά το παρικανής να υποβάλει δύλωση ενή ευφόρου. Επόμενως, αν δεν είναι πειρεπίστης, ιδονές της μοέμικη ζωής, θα εξασχύσει κάποιου άλλο πρακτικό επάνγελμα να βγάλει το ψομάκι. Έτσι και εγώ, αναγκάστηκα να γίνω διαθυμιστής. Επανγελμα μου, με δύδαξε πως με μια καλή διαθύμηση μπορείς να πουλήσεις όποιονδήποτε εμπόρευμα, αρκή να είναι καλό. Ή διαθύμησης κατατοπίζει του καταναλωτή, δεν ήταν ξαπατά. Όταν το διαθυμιζόμενο προϊόνα από διχθυσκάρτο κανείς πια δεν το αγωράζ. Ελοιπόν, σε αυτό τον αδέκα στο εμπορικό κανόνα, το εμπόρευμα λόγω τεχνία αποτελεί τη μοναδική εξέρεις. Εγώ, σαν διαθυμιστής, μου είναι αυθύνατο να πουλήσω μια σκάρατη σώμπα παιτρελέου ή ένα κακόγευ στο κρασί. Μπορώ, όμως, εξέσαι να μοσκοπολήσω ένα κακό λόγω τεχνί πρώτα, αδυλία του Ιστά. Και τουτώ, επειδή το βιβλίο δεν είναι ήδος ηλικής εξυπρέτησης όπως η σώμπα παιτρελέου ή το κρασί. Οπολής κόσμος το αγωράζει όχι για να το διαβάσει, αλλά για να στολήσει τη βιβλιοθήκη του. Θέλοντας με αυτόν τον τρόπο και πολύ καλού προέρετα να εξαπατήσει τον εαυτό του πως τάχα είναι καληεργημένος. Πέριπον βιβλία θα γοράσει ο μηδέποτε ριαβάζον για να πετύχει αυτή την αυταπάτη με τα βιβλία του Φυμισμένου λόγω τεχνί. Και ποιος είναι ο Φυμισμένου λόγω τεχνίς, μα εκείνος που διαφυμίζεται. Στη κάποια στιγμή κατηγορίσε τον αρχή συντάκτη της καθημερινής, όπως βλέπω σε απόσπασμα που από τις άβρυσε ο Μαντσούριαν στο Twitter, ότι η Εθνικόφρον δεξιά εφημερίς του εμφανίζει θέαμα η πούλος αριστεριζούσεις στα λόγω τεχνικά της δημοσίευματα. Ο Καραγάτσις ήταν δεξιός, αλλά γενικά ήταν λίγο αντιφατικός στα πολιτικά ζητήματα. Ο Συγγραφίας και σεναριογράφος στηλεόρασης, βαγέλεις γούφας που εργαζόταν με τον Καραγάτσις τη διαφμιστική εταιρεία λέει. Πολιτεύεται με το κόμα του Μαρκιαζίνη, το κόμα των προδευτικών στις εκλογές του 1956. Ετομεταξύ ο μεγάλο σανδερφός, ο Τάκης Ροδόπουλος ήταν πολιτικός με την αερέ του Καραγμανλή. Εκλεγόταν συνεχώς και γίνει και υπουργός. Ήταν επίσης παντρεμένος με την δέσπηνα Καραθεοδορή, κόρη το παγουσμύος γνωστούμα θυματικού, κοσαντίνου Καραθεοδορή. Ο Μηκαραγάτσις όμως διαλέξε ένα μικρό κόμα και όχι, την κυβέρνηση στην οποία ήταν ο Αδερφός του, το μικρό κόμα του φίλου του και απέτηχε παταγόδος. Αυτός δείχνει και την ανδυσυμβατική του φίση. Ακόμα και στην πολιτική πήγε με τον φίλου του και όχι με το ρεύμα της εξουσίας ή της οικογενίας του. Παρώ ότι παίρνει μόνο 155 στα βρούς σε σύνολο χιλίων ενιακοσύνων δεδεσάρον ψήφων του κόματος. Επαναλαμβάνει το ειχήρι με τις εκλογές του 1558, οπότε παίρνει ευτακόσου σε 98 ψήφους, επίσηνόλου, οικοσυμία χιλιάδων, ενιακοσύν 40 ψήφων του κόματος. Η σηματοχή του Καραγάτσις στην προεκλογική εκκλητία ήταν υποτιπόδης και χαρακτηριζότων από αυτός αρκαστικό χιούμορ και επίδυξης συνομπισμού. Όταν κάποιος οπανδός των προδευτικών μετά από μια προεκλογική συγγέντωση στην οποία παρίσταται ο Καραγάτσις μαζί με άλλους υποψήφους, αλλά χωρίς να μιλήσει, το αρώτησε γιατί αυτός, ο συγγραφέας του αντιειροησμού και το νεσθίσον κατεύνες τις εκλογές του απάντησε πως ο πραγματικός κοπός του ήταν απάρη ψήφους από τον αδελφό του τάκυρο δόπουλο που πολιτεβόταν με την έρα. Αυτός αρκαζόταν φυσικά σε σχέση με τις ψήφους του αδελφού του, η προεκλογική του εξτερατία ήταν περίεργη, πηγαίνει στις γητονιές, αλλά δεν υπόσχεται, είναι πολύ κυνικός για να ταξει, λαγούσουμε πετραχίλια, λέει κορί του Μαρίνα. Ένα μίζω ότι ήταν γενιμένος για πολιτικός καθόλου γιατί ήταν ένας άνθρωπος που τα άλλο γιόλα έξα από το αδόνια, θα θα μπορούσε να εντακτήσει ακόμα, ήταν ένας πολύ ανεξάρτος και ελεύθερος άνθρωπος. Δεν προκαλεί έκπληξη που ο Καραγάτής ήταν δεξείως, όπως άλλο στεί ήταν και υπερισότερη της γενιάς του 30, μου λέει ο Χομενίδης. Δεν ήταν κανείς αναφανδόν αιστενός. Δηλαδή ο Μιρυβίλης είχε φλερτάρικε μέχρι στερά, αλλά στο τέλος είναι αναφανδόν δεξείως. Πολύ περισσότερο το Καραγάτς, οι δύο νομπελίστες ήταν το χώρο της και το δεξιάς. Δεν είμαι ο Ναδικής περίπτωση ο Καραγάτής και το κόμα αυτό με το οποίο κατέβει για δηλαδή του Ροδεστική του Μαρκεζίνη. Ήταν ένα περίργο η Βρίδιο δηλαδή αστούμε στην εξτερική πολική, ήταν πολύ πιο πρόχο από την κυβερνόσα έρε του Καραμαλή τότε. Ξέρω ότι είχε βάλει δύο φορές ή προψηβιώτα για βουλευτείς, όπου μάλιστα είχε πατόξη δηγευγή καθόλου, ούτε την πρώτη δεύτερη για τότε ακόμα, και αυτό ήταν η γέσγα την ελληνική κοινωνία, δεν έβγαίνει βλευτείς μόνο με αναγνωρησιμότητα από άλλους χώρους. Λέει ο συγγραφίας, θα να συστριαρίδεις. Ήταν αντικομονιστής, προφανώσει ήταν αντικομονιστής όταν είμαι ονανέος αυτό μενοχλούσε, αλλά κακά τα ψαίματα άνδια βάσουμε το μπορείνη και θεραδιαβάσουμε τα αγωνιστικά στερατευμένα γραπτά των κομονιστών συγγραφεών του Κερού Εκείνου πάλι πηγαίνουν για Πάστες, για τίχλης το περίπτω. Μιλάμε για έναν ογόληθο αφηγηματικό, ο οποίος για μένα είναι καλύτερος και από τους επιγόνους του Χεμιγουέ, από τον Γράχαμγριν και τον Σόμ Σερτουμόμ, το πιστεύοντας τόλε ο Άβασάνιστα, για μένα είναι ένα συγγραφέρος ο οποίος είναι φάμιλος του Χεμιγουέ. Επίκος πέντε χρόνια, οι κριτικοί επιμένουν να διαφωνούν ριζικός για το έργο μου. Η νησή σχιρίζονται πως είναι καλό, η άλλη νησή πως είναι κακό, ταιδιτών από ο τεγόδι αφωνό και με τους μέν και με τους δε. Και πού το διότι είμαι υπέρ, επενούν το έργο μου βασιζόμενη στα χειρότερα στη χύετου, είδε κατά το κατηγορούν παρεξυγόντας τα καλύτερα στη χύετου. Τον νημόν ανωμίζω, πως είμαι ο καλύτερος κριτικός του έργο μου, και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή δεν καβάλεισα το καλάμι να πιστεύω πως είμαι μεγαλοφής ηγραφίας. Δεύτερον, επειδή δεν κατατρίχουμε από νοσυρό πλέγμα κατοτερότητας, νημίζω πως είμαι δίπ καταδίπα από τη χειμένος. Απλούστατε είναι μια ευπρεπής μετριότητα, δεύτερογω για αυτό τόσο ήταν το εκθεούτα λεντού. Ένοχλούσε επειδή δεν ήταν στρατευμένος, επειδή είχε πολλές εξοαλικές κοινές και λειπά όμως πιο ήταν το βασικότερο που ενωχλούσε τους συγχρομούς του, μου λέει ο συγγραφίας χρησιτός κομενίδης. Ότι ο καραγάτσις έφθει έναν τηχογραφίες εποχής, κοινωνίας, οι οποίοι ήταν ακριβής δεν είχε ο τεστρογυλοποίησης, ο τερογυλοποίησης, ο τεξανικεύσης την υποδέτχη. Αυτό όταν το κάνεις, η συγχρονή σου είναι πολύ δυσκολοτανεκτών. Ο καλός λογωτέχνης μας παρουσιάζει όπως θέλουμε να είμαστε, εκείνος που τόλμάει να μας παρουσιάζει όπως είμαστε είναι κακός λογωτήχης. Υδού λοιπόν αγαπική μου γιατί είμαι ένας κακός λογωτέχνης. Υπάμε νορίτερα για τα νεύρα του και τα ψχολογικά του και το 155 ενώ έχουν μετακομίσει στο σπίτι στην σκουφάμε μας αλίας, πέντε χρόνια πριν πεθάνει γίνεται το εξής απηθάνου. Άγινε ένας από το υποφτούς τους συνηθείς μένους καβγάντες μπορεί να δύνατο να θυμιθώ τώρα γιατί ψυναίχε κάτι τον πήρας. Εκείνη τη φορά λοιπόν εκνευρίστηκε πάρα πολύ και πήγε και κλύστηκε μας το δωμάτιό του και για πρώτη φορά ακούσαμε να κλειδώνει την πόρτα από μέσα. Και σε λίγο ακούμε κάτι βογητά. Υλαι μάνα μου, τι είναι αυτό? Δεν το έχεις ξεματάνειως. Τι τι θέλω αυτή τη ζωή? Δεν θέλω απ' αυτή τη ζωή. Εκεί λοιπόν συμπίσαμε και αρχίσαμε να νησίχουμε. Πίγε λοιπόν η μητάρα μου και χτυπούσα την πόρτα. Δημήτρη, δημήτρη! Μετά ρε σιωπί. Σταμάτισε και το βογητό και δεν ακούγαμε εκεί. Κάναμε να νήξουμε την πόρτα τίποτα. Τα χρειαστήκαμε. Και εκεί πια που σιεδόνει να είναι την μάνα μου να φωνάξει βοήδια. Ανήγει πόρτα και βλέπουμε ένα ερπετό. Ο πατέρας μου είχε γίνει φίδι. Και προφορούσε από δωμάτιο, σε δωμάτιο, βογώντας, έρποντας και βογώντας. Και πήγε πήγε πήγε πήγε βγήκε από δωμάτιο, πήγε στο σαλόνι. Έκανε μία στροφή γύρω γύρω από το τραπέζι και πήγε και ξαναμήκε στο δωμάτιο, έρποντας και έκλησε την πόρτα και μετά η σιχεία. Και στρακοπένται λευτά, άνοιξε η πόρτα και ήταν επάλιου καραγάσεις. Ο Πάλιος καράς. Τι γίνεται παιδιά, τι κάνεται, καλά, είχε τελώς. Τε πυσάλλη. Το 1858 συνηπογράφει το μηθυστόριμα των τεσάρων μαζί με τους Άγιλοτερζάκη, ήλια βενίζει και στρατημή ριβίλοι, προτοδημοσίέβαιται στην ευημερία κρόπολης. Τον ο έμβριο της σίδιας χρονιάς, παθαίνει σοβαρό έμφραγμα του μιο καρδίου. Ο φόβος ότι θα τον προδόσει η καρδιά του φαίνεται πως είχε βάσει. Το επεισόδιο του αφήνει σοβαρά κατάλυπα. Είναι μόλις 59, αλλά δεν μπορεί να είναι πια κοινωνικό σοπό σπαλιά. Για πρώτη φορά δείχνει τόσο ισχυρές τάσεις από μόνος. Συνεχίζει να γράφει όμως, με σκοπό να ολοκληρώσει μια μηθυστωριματική τραλογία με πρώτο μηθυστόριμα το 10. Συνεχίζει να καπνίζει, συνεχίζει να πίνει, συνεχίζει να έχει συνεχώς τρέσκε και συνεχίζει να δουλεύει έντονα. Δουλεύει μόνο για το μέρο κάματο όχι μόνο, δουλεύει για διάφορους λόγους μου λέει ο Χριστός Χομενίδις. Πρώτα από όλα εν ζωή το καραγέτσι δεν εθωρίτω τεράς τους γραφές. Μου χεπή μάρει να καραγάτσει κόριτου, τα θα είναι πάρα πολύ πεκραμένος ότι είχαν ευτάζει σημανφλειτούν την όπια αξία του συγγραφία. Μη φαντάζει ότι είχαν εβάλλησε κανά βάθρο. Η δεύτερη απάντηση είναι ότι αδλούσε από τη ζωή, δηλαδή ήθελε πάρα πολύ να δουλεύει στιγκιάτσα δελούς που θα εύρισκεται θέματα και τους ίρες των μηθυστωριμάτων. Όταν έγραφε το δέκα και υπάρχει ότι είχε ήδη βαργιά καρδιακή νόσο και σκέψηκε είναι εποχή, ας μου έπου δεν υπήρχε. Είσημερι με οι ατρικοί αντιμετώψεις. Πήγαινε κάθε προηγή χαράματα στο πηρεά και έπηνε το καφέτσι του αναλαϊκό καφενίου και χάζε βιτικήνης. Κουλυμάνιου ζούσε αυτά τα οποία μετά τα έγραφη. Σερτι λέει η περιγραφή της ελληνικής κοινωνίας όλο καραγάτσι είναι κρυβέρστερη απότεο οποιοδήποτε άλλων. Τη σεποχής πνεύω. Πιστεύω ότι ο δέκα του καραγάτσι δεν θα ήταν εύχολο να υπάρχει στο τίλιο τεφάντη τάξη. Βγένε από μέσα του μενατρόπο. Μέχρι να αρχίσει να γράφει το δέκα, η εργατική τάξη, δεν απασχολούσε πολύ τα έργα του λέει πεπυραγούς. Ασχολόταν πολύ με την αστική τάξη και την εργατική. Την έβαζε λίγο ως φόντο. Στο πρώτο του μηθυστόριμα που ασχολείται πολύ βαχιά με την εργατική τάξη. Είναι και το τελευταίο του. Το δέκα. Το τέλειο του. Η Μαρήνα μου έλεγε ότι όταν έργαθε το δέκα κάθε προη ήταν του λέξη των τρίς ώρας και πήγαινε στον πηρεά. Πήγαινε πολύ προϊκή είναι την πνώρα που η άνθρωποι όταν ξεπινά είναι και πιο ανεπιτείδεχτη στην πρώτη ώρα της ημέρας. Παιριπλανιόταν είναι στους τοχοκητονιάες παρακολουθούσε τις αντιδράσεις και φαινότανε για πρώτη φορά εξερετικά γοητευμένος. Οχημόν από την εργατική και την κατώτερη οικονομική τάξη. Ακόμε και από το Λούμβεν, το προσεγγίζει στο δέκαμε με πολύ μεγάλη τρυφερότητα. Αν να δείκνει και την αγιώτητα ή την ιερώτητα των περιθωριακών των Λούμβεν ανθρώπων. Το Νάσκο μονανθρώπων που ενώ στα περισσότερα με τη στωρήματα του όλο του γύρωες είναι πάρα πολύ όμορφη και άντρες και γυναίκες. Εκεί περιγράθη άσχημους ονθρώπους κακόμουτσούνους αλλά με μια πάρα πολύ μεγάλη τρυφερότητα. Ξέρουμε πως έμεινε στην ιστορία ως δεξιώσκης ιδιρυτικός και αντικουμμωνιστής, όμως αν δεν πέθαινε δράφοντας το δέκα. Μπορεί να ολοκληρώνε μια πολιτική στοφή. Κάτα την αριήνα αυτή η στροφή σηματοδοτούσε και μια στροφή της πολιτικής του θέσεις, σιγά σιγά έβλεπε τα πράγματα με μια πιο αριστερή ας το πούμε θεωρίς. Και πραγματικά είναι κρύμα που δε μπλόλαβε να αναπτύξει και αυτούς το σύρω αίστο. Γιατί πραγματικά ο τρόπος που χειρίζεται τους λαϊκούς και τους λούμπες να τρόπος στο δέκα είναι συγκλονστικό. Το επόμενο έτος η καρδιάδο των προϊδοπή έχει τα χικαρδίες για τρίτου λένε να κόψει το κάπνοισμα και τη δουλειά. Η κοινός γράφει πιο μανιόδος, σαν αξέρει ότι δεν μπρολαβαίνει. Το καλοκέρι του 1960 είναι βάρι, ο καραγάτσις είναι μόλις 52 ετών αλλά μιαζει πολύ μεγαλύτερος, το σώμα του τον προδίδι. Η δρόνη εύκολα έχει τα χικαρδίες λαχανιάζει όμως πρέπει να τελειώσει το δέκα, νιώσει ότι αυτό το βιβλίο είναι η παρακαταθήκη του. Και δείξει ποτέ μέχρι τότε τρυφερότητα για γάπι στην κόρη του. Δυσκολεβόταν, σαν αμήν ήξερη πώς να γαπήσει το παιδί του. Δώσαμε ένα ραντεβού, ο φιλαράκος μου με μένα και κοινός στη μπολητία και θυμάμαι ότι έφτας αγόμι το φίλο με το κοινιτο και κοινός περίμενα ορθιος. Λεει παιδί μου θέλω να χω, μαζί σου μια καλή σχέση και να αγγάλιασε και ήταν τόσο αδέξιος που δεν μπορούσε κάν να με σφίξει στην αγκαλιά του. Σαν έτρεμα λόκληρος αλλά και σαν εμφιβώς που για πρώτη φορά αγγάλιαζει ένα κορίτσι, τέτοιο πράγμα. Το φοβέρομαι είναι ότι την απομένη μέρα απ' αυτά τα τέφραγμα. Αν θυμάμαι καλά, γυρίσα στο σπίτι, ήταν βραντάκι και ο βαμπάς μου είδη είχε πάσει γρήσει. Ήταν στο κρεβάτι, με την γρήσει με τον ώρο, γιεσθανε και διατρυσιάλει άνθρωποι δεν θυμάμαι, μερθεί η πυρετρή, που τίλεμε λασκά ρότελος πάντα μόλις τόμαθε. Και περάσαμε την ήχτα, δηλαδή, είμαστε όλες το πόδι και στις τέσσερες παρατέτερτον το πρωί, είχε τελειώσει φιάλι με τον ώρο και ο γιατρός που τον παρακολουθούσε είχε στείλει ένα φιτητή του, με στην ήχτα. Προσπαθώντας λοιπόν αλάξι τη βελόνα και να την βαλει τον άλλο ρόν. Αυτός ο νεαρός σηγιατρός δεν έδρυσκε τη φλεύα και άρχισε ένα χανόταν ο πατέρας μου και άρχισε αφωνές βοήθεια βοήθεια και προσπαθούσαν του κάνει μ' αλάξις το στήθος. Αλλά δεν, άνα φοποτελέσματος ο άνθρωπος πέθα. Φέσες παρατέτερτον το δεκά της τετάρτης σε πτεμβρίου, ξημερώματα. Λίγες ώρες πριν ξεψυχίσει, βλέποτε στην κόρη του να μπαίνω στο δομάτιό του, ψηθυρίζει το πρώτο στήχο από την τελευταία αρία της τραβιάτας, αντίον τελπασάττο. Η κυδία έγινε την ίδια μέρα στο πρώτο νεκροταφείο, ο ίδιος όμως, ως μηχάλεις καραμάνος, ήρως του Ιούγερμαν, άλλη διαθήκη είχε αφήσει. Θέλω τα κοκαλά μου να ξεκουραστούν στη γύπου με γένισε και σκλάβωσε την αγάπη της ψυχής μου τη θεσαιλία, εκεί στον ατέλεο το κάμβο της, πλάει στα νερά τους αλαμμρια, σε να χωράφει μέσα στα τόσα χωράφια, να σκάψουν ένα λάκο και να μεθάψουν. Ούτε μνήμα, ούτε στα βρό, μόνο πάνω από το κεφάλι μου να φιτέψουν μια φτελιά για να σκάζε τον ύπνο μου, καθιχνώ πόρο το αλέτε να περνάει πάνω από το χόμο του τάφου και να σκαραγούνεις να σκορπάει με απλοχεριά το χρυσός πόρο, έτσι θέλω. Σαν έρθει πάλι ο θεριστής για καραγούνα, ματσαλένιο δρεπάνη να θερίζει το στάρι που φύτρος επάνω στο κορμή μου, να το μαζόνεις στιγποδιά της, να τα λονίζει, να το λιχνίζει, έτσι θέλω. Κι στερά, αυτό το στάρι, διοχούχνε στάρι, να το βάνουν σε ένα σακούλη και να το στέλουν στη σκάθω, να το κάνουν κόλυβα για την ψυχή του παπαδιαμάντη, έτσι θέλω. Στα προτοσέλυδα, η τίτλή είναι πένθυμη και δηθυραμβική, ξεχνούν τις κρυτικές, ξεχνούν τις πολιτικές διαφορές, προστασθωσάνατο, υποκλίνονται στο ταλέντο. Υπάρχει μια αίσθηση ότι κλίνει ένας κύκλος, είδε κάτι ότι το εξίδα, που μόλις έχει πει, θα φέρει άλλα ήθει, άλλα λαμπερά, άλλα σκληρά, όμως ο καραγάτσις δε θα είναι εκεί για να τα σχολειάσει. Από την αυτοσαρκάστική συνοπτική αυτοβιωγραφία του με την φωνή της λιδιασφωτοπούλου. Έγραψα πολλά και διάφορα, δε υγήματα, νουβέλες, μη θυστορήματα, έργα υψηλού ισθυκοπλαστικού περιοχωμένου. Πολύ κατάλληλα για πραθαναγωγία και για βιβλειωστή και συγκογενιών με αυστηρά αστηκαήθη. Η Ιροέσμου είναι άνθρωποι αγνή, αθόη, ιδεολόγιοι και στεκουν ψιλότερα από τις αθιλιότητες του χαμεροπούς ηλισμού. Από ρόπος του εκπεδευτικός συμβούλιο δεν ισίγα για κόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολία του κράτους. Εξίσταμε πως η ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο αρετής, πως δεν με καλες σε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντάς των κυριωσπίρωμελα. Δεν επιλέξα ποτέ συναδελφο και είμαι συμπαθετικόντατος στους λόγο τεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδιχθεί στην κυδία μου, όπου θα άρθει κόσμους και κοσμάκες να πιστεί οι δίοι σώμασοι ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάλ. Και θα φύγει από το νεκροτραφείο κόσμους και κοσμάκες βγάζοντας την αγγμούς ανακούφησες. Είμαι βέβλος όσως ο Θεός θα με κατατάξει με ταξί του να γείον στο παράδυσ. Η άνθρωπος ήταν τελικά ένας άριστο κράτης αλήτης, ένας κακοποιητικός βασανισμένος, ένας φευγάτος καλύτεχνεις. Δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς, είναι ας φευγάτος καλύτεχνεις ή ένας άνθρωπος που τα έβλεπε όλες και πιο μεγάλες διαστάσεις. Ένας άνθρωπος υπερβολικός αλλά αυτό τροθοντούσε και την ανάγκη του μεδράθη. Ένας άνθρωπος ακρέος, οπότε ακρέσετε με και ιδέες του. Κι όταν είχε κάποια ιδέα δεν μπορούσε κανείς τίποτα να το σταματήσει. Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε πάρα πολύ τη τεχνολογία, αγαπούσε πάρα πολύ τακάτσετ. Τι διαφύμιση η οποία εκείνη την εποχή, την αμφισβητούσαν η ιδιανοόμενη της εποχής του. Του άρεσε το ωτο ρεωτήσιμο από τα ταξίδια του έπερνε πάρα πολλά πράγματα για τον εαυτό του. Τι γότερα για την Μαρήνα και την ίκη, την κόλη του και την γυναίκα του. Του άρεσε το ωραία κουστούμεια, το ωραία που κάμισα προσπαθούσε να είναι δανδίσελα σηχρόνος, κάποιες φορές όπως λέει Μαρήνα, βαριγκότητα νέκη και κλουφορούσε με το σώρτσο και τερυπαή. Ήταν ένας άνθρωπος πολύς βρεπεδίμοι, πώς να το πούμε. Έτσι όπως το περιγράφονε, και αυτό φαίνεται στα βιβλία τους, δε και με νάτου. Πολλοί έστου είναι πολύ ωραί, πολύ έξυπνη, πολύ τυχερή, πολύ άτοιχη, πολύ άσχυνη, πολύ καλή, πολύ κακή, πολύ παραπλανημένη, πολύ αθόη, πολύ πονηρή, δεν υπάρχει μέτρο ένας μέσω σώρος και αυτό ακριβώς το κάνει και συνευαστικό. Επιστρέφουμε στα ξημερώματα της μέρας του θανάτου του. Ορίσμετα του θανάτου του και όταν το αρχικός σώκα έχει έστω και λίγο υποχωρίσει η κόρη του πλησιάζει το γραφείο του. Εκεί βρίσκει το χειρόγραφο του δέκα. Υμητελές, η μαντιά της πηγαίνει στην τελευταία παράγραφω, που μόλις λίγες ωρασνωρίτερα είχε γράψει ο πατέρας της. Και στην οποία σχολιάζεται η ανθρώπηνη ματεοδοξία διαβάζεται τις τελευταίες φράσεις που θα έγραφε ποτέ ο καραγάτσις. Κάνεις λάθος, υπάρχει η συνδικαλειστική οργάνωση που δηγεί τον αγώνα. Ποιος σάρκασε ο Παβλόπουλος, οπό τις κοντός και η συμωρία του, ας γελάσω. Η πένα του είχε μήνει με τεωρη, το βιβλίο δεν τελειώνει ποτέ, κυφράσει, ας γελάσω, μένει σαν η τελευταία, ηρονική υπογραφή του καραγάτσι απέναντι στο θάνατο. Καπό εδώ τελειώσαμε, όμως η ιστορία του καραγάτσι δεν τελειώνει εδώ, μετά το θάνατο του συνεχίζεται και γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Από τις μεταθανάτεις πληροφορίες, πως ήταν ο πανδός του φιλητησμού και της ευγωνικής, μέχρι την καραγάτσι άδα σε σχέση με τον σεξισμό στα μηθυστορία ματάτου και από το πώς το έργο του έμεινε διαχρονικό. Εξητά πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, μέχρι τις αμφιλεγόμενες μεταφορές τον έργον του, στην τηλεόραση, με πιο πρόσφατη, τη μεγάλη χήμερα για την οποία γίνονται πολλές συζητήσεις στο επόμενο. Τελευταίο επεισόδιο του αφαιερώματος στον μηκαραγάτσι μετά το θάνατο μια νέα ζωή στο μικρόφονο και την παραγόγη ο αρις δημοχνίδης. Συνεχά της περιοχομένου ή ελληνικά λες για χαρά. Υσοσορεώτερος ορισμός του Ελληνά, ουκθιός οστός μάλλον, έτσι όπως το γράφιο ίδιος στο δεύτερο βιβλίω της τρίλογίας ο κοτσάμβασης του Παστρόο Πίριβου, εμεχαμένο και κερδισμένο. Όπου είναι μετά την άλλοση της τριπολειτσάς, όπου λέει ότι ο Έλληνας είναι το παράξενο αυτό πλάσμα που με το ίδιο πάθος μπορεί να σκοτώσει και να σκοτωθεί σήμερα για μια υψηλή ιδέα. Άβριο για ένα αλλόδι στο πίσμα και με θάβριο για ένα ευτελέστατο σιμφέρον.
Podcast Summary
Key Points:
Summary:
Chat with AI
Loading...
Pro features
Go deeper with this episode
Unlock creator-grade tools that turn any transcript into show notes and subtitle files.